Του Γιώργου Παπαδημητρίου,
Ας ξεκινήσουμε από την αυταπόδεικτη διαπίστωση πως η χρήση της λέξης «φαινόμενο» στον τίτλο δεν συνιστά υπερβολή, ούτε επελέγη για πιασάρικους λόγους εντυπώσεων: είναι απλώς μια απτή πραγματικότητα, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Το Stranger Things, που ξεκίνησε μάλλον με χαμηλές προσδοκίες την πορεία του στο τηλεοπτικό γίγνεσθαι, έχει καταλήξει η αιχμή του δόρατος και η απόλυτη ναυαρχίδα του Netflix, από κάθε άποψη και σε κάθε επίπεδο. Παράλληλα, έχει κατορθώσει όχι μόνο να διατηρήσει το πρώτο κύμα του hype, αλλά να το αυξήσει εκθετικά με το πέρασμα των χρόνων, παρότι το ξεκίνημα της σειράς χρονολογείται πλέον στο μακρινό 2016! Κάπως έτσι, έχει ήδη μετατραπεί σε ποπ ορόσημο για την (τηλεοπτική και όχι μόνο) εποχή μας αλλά και για μια νεότερη γενιά θεατών – στοιχείο που εμπεριέχει και μια δόση γοητευτικής κι όμως εξηγήσιμης αντίφασης. Και θα εξηγήσουμε αμέσως το γιατί.
Το Stranger Things χρωστά το συντριπτικό ποσοστό του αρχικού κύματος της απήχησής του σε μια ακατάσχετη ροή νοσταλγίας και αναπόλησης της δεκαετίας του ’80, με άλλα λόγια μιας εποχής κατά την οποία οι ορδές των πιτσιρικάδων φαν της σειράς ήταν (κατά πολύ) αγέννητοι. Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη τάση είναι κάθε άλλο παρά ξένη στο σύγχρονο μάρκετινγκ, και σίγουρα στον κόσμο του θεάματος. Βασικά, και για να ακριβολογούμε, είναι μια τάση σύμφυτη με το ανθρώπινο θυμικό. Η νοσταλγία, ένα πανίσχυρο αίσθημα εξιδανίκευσης και μυθοποιητικής μεταμόρφωσης, πολύ συχνά ξεφεύγει από το (θεωρητικό) προαπαιτούμενο του βιωμένου χρόνου. Διότι, όσο και να ακούγεται παράδοξο ή αλλοπρόσαλλο, η νοσταλγία εκτοξεύεται όταν εδράζεται σε μια εμπειρία διαμεσολαβημένη, αφηγημένη και μετασχηματισμένη – κι αν έχετε αμφιβολίες, δείτε ή ξαναδείτε το Μεσάνυχτα στο Παρίσι του Γούντι Άλεν. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, τo Stranger Things έχει καταλήξει λίγο πιο 80s απ’ όσο ήταν στ’ αλήθεια τα 80s.
Από εκεί και έπειτα, το Stranger Things φρόντισε να έχει όλα τα προφανή κουτάκια τσεκαρισμένα, όλες τις προφανείς βάσεις καλυμμένες. Αρχικά, «κλέβει» (αν προτιμάτε μια πιο τσεκουράτη διατύπωση) και αντλεί έμπνευση (αν θέλουμε να είμαστε επιεικείς) από γοητευτικές αναφορές: Στίβεν Σπίλμπεργκ, Τζον Κάρπεντερ, Γουές Κρέιβεν, Ντέιβιντ Λιντς, Στίβεν Κινγκ και Λάβκραφτ, Harry Potter, Lord of the Rings, αλλά και άπειρες μεμονωμένες κινηματογραφικές και λογοτεχνικές αναφορές των 80s δεσπόζουν καθόλη τη διάρκεια της σειράς. Έπειτα, ποντάρει μεγάλο μέρος από τις μάρκες του σε καταπληκτικά μουσικά hits της εποχής, επιδεικνύοντας μάλιστα εντυπωσιακό πλουραλισμό, καθώς βρίσκει τον τρόπο να παντρέψει μέχρι και την ποπ με τη μέταλ.
Επιπλέον, φτιάχνει ένα ένα εγγενώς γοητευτικό κοκτέιλ από θεματικά μοτίβα που έχουν ως αφετηρία μια ιστορία ενηλικίωσης μπολιασμένη με στοιχεία τρόμου, μεταφυσικού, φανταστικού, teen movie, περιπέτειας δράσης και οικογενειακού δράματος. Τέλος, προσαρμόζεται πλήρως στη σημερινή τάση, δίνοντας περισσότερο έμφαση στο διηγητικό (diegetic) σκέλος της κατασκευής κόσμων (world building) παρά στο αμιγώς αφηγηματικό (narrative) κομμάτι της δραματουργικής κατάστρωσης της πλοκής, καταφεύγοντας σε πατέντες που έχουν πέραση στις μέρες μας, όπως τη διαπλοκή ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον πραγματικό (που δεν είναι πλέον μονοκόμματα ρεαλιστικός) και το ανεστραμμένο σκοτεινό του είδωλο, χωρίς ποτέ να χάνεται ή να υπονομεύεται η παιδικότητα και ο ρομαντισμός των βασικών χαρακτήρων.
Φυσικά, υπάρχει κι ένα ακόμη γνώρισμα που, όσο απλό και αυτονόητο κι αν ακούγεται, δεν παύει να συνιστά το απόλυτο μυστικό της επιτυχίας: φτιάχνει μια παρέα από συμπαθείς χαρακτήρες, με τους οποίους συμπορεύεσαι (ΟΚ, με την εύλογη κόπωση που προκύπτει έπειτα από πέντε σεζόν, και με προσωπική εξαίρεση την έμφυτη ξινίλα της Eleven, που έχει κάπως κάνει τον κύκλο της) ολόψυχα μέχρι το τέλος της διαδρομής. Μάλιστα, ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο το χαρτί της νοσταλγίας μέσα από το δυναμικό come back παλαιότερων εφηβικών ινδαλμάτων (από τη σταθερή Γουινόνα Ράιντερ μέχρι την ενδιάμεση παρουσία του Μάθιου Μοντίν και την πρόσφατη έλευση της Λίντα Χάμιλτον).
Τρία ακόμη επεισόδια λοιπόν τα Χριστούγεννα, παρέα με το γκραν φινάλε την Πρωτοχρονιά, για να δούμε πώς θα ξεφορτωθεί το Χόκινς τον σατανικό Βέκνα. Καλώς να ορίσουν.
Υγ: ακόμη και η γραμματοσειρά της σειράς (χρώμα, μέγεθος, στιλ) είναι με προσοχή και σύνεση σχεδιασμένη, και σας παρακαλώ να μην υποτιμάτε τέτοιες signature style λεπτομέρειες.
