Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Έχουμε πολλές φορές αναφερθεί από εδώ στο περίφημο ό,τι νά’ ναι, το οποίο φαίνεται, να επικρατεί στην καθημερινότητά μας, την πολιτική και κοινωνική ζωή.
Καταρχάς, ας προσπαθήσουμε, να το προσεγγίσουμε και να το ορίσουμε.
Τί είναι λοιπόν αυτό;
Πρόκειται για μία τάση, θα μπορούσε να πει κανείς, όπου κάποια προσωπικότητα (λέμε τώρα) βγαίνει δημοσίως και αναζητά να μας πει κάτι πιασάρικο, προκειμένου να κεντρίσει σε πρώτη φάση την προσοχή μας.
Δεν υπάρχει ιδιαίτερος έλεγχος στο κατά πόσο αυτό που λέγεται έχει βάση, αρκεί να είναι αρκετά προκλητικό, για να μας ακούσουν. Μετά και αφού αποκτήσουμε μία σχετική αναγνωρισιμότητα, βλέπουμε, έχει ο θεός που λένε.
Είναι αυτό σημείο των καιρών ευρύτερα, βέβαια.
Αν θέλουμε, να βρούμε τον πυρήνα του προβλήματος, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο φαινόμενο της απόλυτης επικράτησης των κοινωνικών δικτύων.
Τί σχέση έχει αυτό, θα μου πείτε;
Η κυριαρχία αυτή οδηγεί αυτούς που έχουν μία σταθερή παρουσία, αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν αναρτήσεις συνέχεια. Όταν λοιπόν κάποιος πρέπει να βγαίνει μπροστά όλη την ώρα και να λέει κάτι, είναι προφανές, ότι αυτά που θα πει δεν είναι του ίδιου επιπέδου.
Παρόμοια είναι ως προβληματική και η αντίληψη που έχει καλλιεργηθεί στους γκουρού της κοινωνικής δικτύωσης, ότι αυτά που λένε και ανεβάζουν έχουν και ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα και αν κανείς θέλει, να είναι ειλικρινής, δεν έχουν κανένα. Παρά το γεγονός, ότι οι πιστοί τα βλέπουν και τα παρακολουθούν και αυτός είναι άλλωστε και ο παραλληλισμός.
Προσέξτε τώρα, να δείτε, τί ακριβώς γίνεται.
Παλιότερα και χωρίς αυτό, να σημαίνει, ότι ήταν όλα καλύτερα τότε, για να μπορέσει κανείς να πει κάτι δημόσια, έπρεπε να έχει μια οντότητα και να έχει περάσει έναν σχετικό έλεγχο. Για τον απλούστατο λόγο, ότι το βήμα έκφρασης ήταν περιορισμένο και ως προς τον αριθμό όσο και προς την έκταση.
Σήμερα αυτό δεν υπάρχει. Άρα, υπάρχει και μία πιο δημοκρατική διάσταση στο θέμα αυτό. Όλοι έχουν την ευκαιρία τους.
Επειδή όμως οι «όλοι» είναι και πολλοί, δημιουργείται η κατάσταση, όπου βγαίνεις και τσαμπουνάς απαίδευτα ό,τι κοτσάνα σου περνάει από το κεφάλι, φτάνει να σου δημιουργεί την αίσθηση, ότι θα σου έρθει κοινό.
Όταν λοιπόν έχεις να κάνεις με έναν απίθανο τύπο (ή μια απίθανη τύπισσα) που θεωρεί απαραίτητο και σοβαρό να σου δείξει πώς ετοιμάζει το πρωινό του (φορώντας πιτζάμες και όντας άπλυτος και αχτένιστος) κι εσύ αποφασίζεις, να τσιμπήσεις, είσαι άξιος της μοίρας και είναι κρίμα ο πεταμένος χρόνος που δαπανάς σε όλο αυτό. Είναι βέβαια πιο επικίνδυνο το ότι εθίζεσαι σώνει και ντε να τα παρακολουθείς αυτά και να τα βρίσκεις και ενδιαφέροντα, μάλιστα.
Όταν όμως η τάση αυτή περνάει στο χώρο της πολιτικής, όπου διαμορφώνονται αρχές και αντιλήψεις βασικές και θεμελιακές, έχουμε σοβαρό πρόβλημα και πρέπει επιτέλους, να κουνήσουμε λίγο το κεφάλι μας και να προσπαθήσουμε, να συνέλθουμε.
Για να εξηγούμαστε. Δεν είναι δυνατό, να συζητάμε στις μέρες μας, τον 21ο αιώνα δηλαδή και σε μία χώρα δημοκρατική, φιλελεύθερη και ανήκουσα στο δυτικό κόσμο, τον προηγμένο δηλαδή, το πλαίσιο των αμβλώσεων. Στην πολιτική συζήτηση και σε σχέση με το επί της αρχής ζήτημα. Σε προσωπικό επίπεδο ο καθένας και η καθεμιά έχουν τη γνώμη τους και προφανώς θα κάνουν την επιλογή τους, αν χρειαστεί, να πάρουν μια απόφαση τέτοιου περιεχομένου. Όμως το θεσμικό πλαίσιο, έτσι, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν μπορεί να μπαίνει σε συζήτηση. Για αυτό έχουμε ξαναγράψει εδώ, άλλωστε.
Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τη μοιχεία που εσχάτως φαίνεται ομοίως να επανέρχεται στην επιφάνεια. Και αναδεικνύει μία συζήτηση, η οποία δε θα έπρεπε, να επιτρέπεται ούτε στη Σομαλία, όπου μπορεί να οδηγήσει σε λιθοβολισμό. Όχι σε μία ευρωπαϊκή και δημοκρατική χώρα.
Ποιο είναι το ζητούμενο, λοιπόν;
Η ανάπτυξη ενός κοινωνικού αυτοματισμού, ο οποίος αυτές τις περιθωριακές απόψεις, οι οποίες αναδύονται είτε σε προσπάθεια απόσπασης της προσοχής μας, είτε, επειδή αποτελούν ειλικρινείς απόψεις, να τις βάζει στο περιθώριο άμεσα. Να μην επιτρέπει τη συζήτηση.
Φυσικά όχι απαγορεύοντας κατασταλτικά τις απόψεις -αυτό είναι φαντασίωση όσων έχουν τέτοιες αντιλήψεις, όχι δική μας που πιστεύουμε στο διαφωτισμό και το δικαίωμα του καθενός στην άποψη. Αντίθετα, με τη δημιουργία καταστάσεων, όπου ο κόσμος θα είναι πληροφορημένος και υποψιασμένος και θα διαθέτει παιδεία.
Αν κάτι πρέπει, να υποστηρίξουμε φανατικά, θα πρέπει να το κάνουμε σε σχέση με την παιδεία και τη θωράκιση των πολιτών μέσα από αυτή.
Κατά τα λοιπά, θα ήταν καλό να ανατρέξουμε στην παροιμία που λέει: «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες». Γιατί κινδυνεύεις σοβαρά να πετάξεις κοτσάνα, θα προσθέσω εγώ.
Αντίστοιχη παραίνεση θα μπορούσαμε να απευθύνουμε και σε εκείνους βέβαια που τις ακούνε τις κουβέντες αυτές. Μη μασάτε, λοιπόν. Και για να δώσουμε κι ένα τόνο λίγο πιο αισιόδοξο, να πούμε, ότι δεν υπάρχει μόνο το ό,τι νά’ ναι. Για να πειστείτε, δείτε το ΡΙΦΙΦΙ. Αριστούργημα, είναι μεγάλος μάστορας τελικά ο Τσαφούλιας!!!
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
