Του Γιώργου Παπαδημητρίου
Στις απώλειες επιφανών συμπολιτών μας αλλά και κάθε λογής διάσημων προσώπων, το πρώτο που διαβάζει κανείς δεξιά και αριστερά στους επικήδειους που επιχειρούν να αποτίσουν τον δέοντα σεβασμό είναι οι αναφορές στο βιογραφικό και στα επιτεύγματα του καθενός και της καθεμιάς: τιμητικές διακρίσεις, πόστα, οφίτσια, έπαινοι και θώκοι, βραβεύσεις και θέσεις ισχύος, πρεστίζ και εξουσίας.
Από τη μια, είναι απολύτως λογικό, καθότι θα ήταν άδικο για κάθε άνθρωπο που κουβαλάει ένα πλούσιο παλμαρέ στον επαγγελματικό βίο να απουσιάζει η σχετική αναφορά. Από την άλλη, είναι κάπως στενάχωρη η σκέψη, ιδίως αν αντιμετωπίσουμε την όλη συνθήκη με μια στοιχειώδη φιλοσοφική διάθεση, ότι η διαδρομή μας σε αυτόν τον κόσμο –καταδικασμένη μεν εξ ορισμού και εκ των προτέρων να είναι τόσο σύντομη και εφήμερη, αλλά πάντα στο χέρι μας για να γίνει όσο το δυνατόν πιο γεμάτη και πλήρης– μπορεί να αποτυπωθεί, να συμπυκνωθεί και εντέλει να στριμωχτεί σε μια λίστα με κατορθώματα. Μια λίστα που μπορεί να φαντάζει λαμπρή, αλλά σε τελική ανάλυση ίσως να είναι κάπως περιοριστική και λειψή.
Μια τέτοια περίπτωση συνιστούσε ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο τόσο αγαπητός, στιβαρός, πνευματώδης και αξιόλογος Αντώνης Μανιτάκης, ο οποίος είχε διατελέσει –μεταξύ πολλών άλλων– υπουργός Εσωτερικών και υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και αναπληρωτής πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, για να μην πιάσουμε τα αμέτρητα και αδιανόητα εντυπωσιακά του διαπιστευτήρια στον ακαδημαϊκό τομέα.
Παρόλα αυτά, τίποτα από όλα τα προαναφερθέντα, όσο κι αν οικοδομούν το προφίλ ενός ικανότατου και διαπρεπούς επιστήμονα της Νομικής, δεν μπορούν να αποδώσουν το γιατί και το πώς ο Αντώνης Μανιτάκης υπήρξε σημείο αναφοράς τόσο για τη νομική-ακαδημαϊκή ζωή της χώρας όσο και για πάμπολλούς ανθρώπους σε πιο διαπροσωπική βάση. Η παρακατω δήλωσή του, σε μια συνέντευξή του προ δέκα με δεκαπέντε ετών ίσως και να μας λέει πολλά περισσότερα από μια απλή απαρρίθμηση προσόντων: «Για μένα χειροκρότημα είναι να με σταματούν στον δρόμο φοιτητές μου και να μου λένε απλώς “ήμουν φοιτητής σας”, τίποτε άλλο. Αυτό μου δίνει άφατη αγαλλίαση. Και αισθάνομαι ότι έχω κάνει το χρέος μου. Δεν ζήλεψα κανένα άλλο επάγγελμα και όταν μου έκαναν προτάσεις τις αρνήθηκα. Κράτησα την ανεξαρτησία του λόγου και της σκέψης μου και έτσι μπορούσα να επηρεάσω τα πολιτικά πράγματα πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιοδήποτε πόστο πολιτικό ή κυβερνητικό».
Πράγματι, και με διάθεση να καταθέσω τη δική μου προσωπική εμπειρία από τις περιστασιακές μου επισκέψεις στις αίθουσες της Νομικής ως αμελής και τεμπελχανάς φοιτητής, είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω πως ο Αντώνης Μανιτάκης συγκαταλεγόταν στους ανθρώπους που αγαπούν με πάθος το αντικείμενό τους, που δίνονται ολόψυχα στη διδασκαλία, που λατρεύουν τη μεταλαμπάδευση γνώσεων, που δίνουν αξία στον κάθε φοιτητή και στην κάθε φοιτήτρια δίχως το παραμικρό τουπέ, που ακτινοβολούν ενόσω εξηγούν, αναλύουν, ρητορεύουν. Κι αυτή ακριβώς η ταπεινότητα, η αίσθηση της προσβασιμότητας, η απουσία αλαζονίας και φιλαυτίας ήταν τα στοιχεία που του είχαν χαρίσει σχεδόν ομόφωνη απόδοχη στις τάξεις των σπουδαστών.
Παράλληλα, ο Αντώνης Μανιτάκης πρέσβευσε με τη στάση του μια κοσμοθεωρία που αντιλαμβάνεται την πολιτική στάση του κάθε πολίτη ως μια έννοια που υπερβαίνει τα μικροσυμφέροντα και τις κοντόφθαλμες επιδιώξεις. Θα τον θυμόμαστε ως έναν από τους πιο επιφανείς και σημαίνοντες ανθρώπους της Θεσσαλονίκης εδώ και πολλές δεκαετίες.
