Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Τις τελευταίες εβδομάδες και ενώ στη γειτονιά μας σκάνε μπόμπες, συνέβη κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ας δούμε καταρχάς τα γεγονότα.
Ο πόλεμος και η σύγκρουση άγγιξαν έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα την Κύπρο, η οποία δέχτηκε επίθεση με drones στο πλαίσιο των ενεργειών του Ιράκ. Ας σημειώσουμε, ότι αυτό δεν είχε γίνει μέχρι τώρα. Τουλάχιστον όχι με τόση σφοδρότητα.
Σε συνέχεια αυτού, η χώρα μας έσπευσε, να δράσει και έστειλε δυνάμεις αμέσως στην Κύπρο. Το ενδιαφέρον ήταν, ότι σε συνέχεια αυτής της αντίδρασης και άλλες χώρες της Ένωσης έκαναν το ίδιο, επιδεικνύοντας αλληλεγγύη σε έτερο κράτος μέλος της ΕΕ.
Εκτός αυτού του γεγονότος και η Βουλγαρία εξέφρασε ανησυχίες σε σχέση με την ασφάλειά της και πάλι η χώρα μας της πρόσφερε ενίσχυση με πυραυλικά συστήματα.
Αμφότερα τα ανωτέρω γεγονότα συνιστούν κατά μία έννοια ενέργειες που γίνονται στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας, της περίφημης ΚΕΠΠΑ. Η τελευταία είναι κάτι, το οποίο όσοι ασχολούμαστε με το ενωσιακό δίκαιο το αναφέρουμε συχνά και αποτελεί στοιχείο, το οποίο κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση να ξεχωρίζει και, μεταξύ άλλων, της προσδίδει το χαρακτηριστικό της ομοσπονδίας κρατών.
Σε κάθε περίπτωση, η ΚΕΠΠΑ κατά κύριο λόγο εντασσόταν σε μία θεωρητική συζήτηση, η οποία σε γενικές γραμμές οδηγούσε στο συμπέρασμα, ότι μάλλον δεν εφαρμόζεται και αυτό αναμφίβολα δείχνει μία ανεπάρκεια της Ένωσης και αφήνει πάντα, να διαφανεί μία αδυναμία της, να διαχειριστεί τα ζητήματα και τα προβλήματα που αφορούν σε αυτή.
Τα ανωτέρω όμως και ιδίως το γεγονός, ότι σε αυτά φαίνεται, να μετέχουν τα περισσότερα τελικά κράτη μέλη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αφήνει να αχνοφανεί μία εξαίρεση που μπορεί να μας κάνει περισσότερο αισιόδοξους.
Η δική μας χώρα, η οποία, ακόμα και σε εποχές απόλυτης ηρεμίας, αντιμετωπίζει πάμπολλες και συνεχείς προκλήσεις ειδικά στα σύνορά της προς ανατολάς, είχε και έχει κάθε λόγο να επικαλείται την ΚΕΠΠΑ και να αξιώνει με έναν τρόπο την εφαρμογή της.
Από αυτήν την άποψη δεν ήταν καθόλου τυχαία η άμεση αντίδραση σε σχέση με την ανάγκη της Κύπρου. Όχι μόνο, επειδή υπάρχει το περίφημο δύο κράτη-ένα έθνος και το ενιαίο αμυντικό δόγμα από τη δεκαετία του 1980. Αυτά κανείς δεν τα αμφισβητεί και αν το κάνει, μάλλον στερείται σοβαρότητας. Πέραν όμως αυτών, το έπραξε και διότι έχει αυξημένο ενδιαφέρον, να ενισχυθεί η ΚΕΠΠΑ και τα κράτη μέλη, να επιδεικνύουν πραγματική αλληλεγγύη λόγω αυτής.
Από αυτήν την οπτική λοιπόν, η χώρα μας τόσο σε σχέση με την Κύπρο, όσο και σε σχέση με τη Βουλγαρία, έπραξε το αυτονόητο. Διαπίστωσε, ότι της δίνεται η ευκαιρία να φερθεί με αλληλεγγύη απέναντι σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το έπραξε, όπως θα ήθελε να γίνεται και σε σχέση με την ίδια. Και από ό,τι φαίνεται παρέσυρε και τα λοιπά κράτη μέλη, ή τα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά, να πράξουν το ίδιο ή έστω κάτι ανάλογο και παρόμοιο. Ακόμα και τα ισχυρότερα από αυτά, τα οποία λόγω των σοβαρών και σημαντικών εθνικών συμφερόντων τους δείχνουν δυσανεξία και δυσκολία σε σχέση με αυτήν ακριβώς την αλληλεγγύη.
Ωραία είναι όλα αυτά. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, πέραν της θετικής αυτής διάστασης, εν τέλει με αυτήν ως αφορμή, βιώνουμε πάλι τον παραλογισμό. Παραλογισμό σε σχέση με το αυτονόητο. Και εξηγούμαι.
Έχεις από τη μία πλευρά λοιπόν την κυβέρνηση, η οποία υπερηφανεύεται, επειδή έπραξε το, κατά τα προαναφερθέντα, αυτονόητο. Και κατά μία έννοια αυτό που όφειλε, να κάνει η χώρα στο πλαίσιο των υποχρεώσεών της από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην ξεχνάμε εδώ, ότι σε αυτή μετέχουμε, επειδή το θέλουμε, τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς, και όχι επειδή κάποιος μας απειλεί ή μας εξαναγκάζει.
Αυτό, η απειλή και εξαναγκασμός δηλαδή, συμβαίνουν σε άλλους πολιτισμούς και άλλα καθεστώτα, από τα οποία για καλή μας τύχη έχουμε μάλλον απαλλαγεί.
Από την άλλη πλευρά η αντιπολίτευση και κυρίως το φαιδρό της τμήμα, ξέρετε πολύ καλά ποιους εννοώ, είναι μάλλον σε αφασία. Ανάλογα με την ιδεολογία, μην πούμε ιδεοληψία καλύτερα, οι αντιδράσεις ποικίλουν.
Από τη μία πλευρά έχουμε τα κομάντος, τα οποία είναι έτοιμα να εκστρατεύσουν, να συντρίψουν τον εχθρό και ίσως να ασκήσουν και επεκτατική πολιτική.
Από την άλλη, έχουμε εκείνους που λένε, ότι δεν έχουμε καμία ευθύνη να επιδείξουμε αλληλεγγύη στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που προαναφέραμε. Αυτή υπάρχει μόνο, όταν πλήττονται ομοϊδεάτες τους, ακόμα και αν είναι εγκληματίες, ή αν επιτίθενται αυτοί που δεν τους χωνεύουν. Αλληλεγγύη a la carte, με άλλα λόγια.
Στη μέση είναι εκείνοι που κατά βάση συμφωνούν με την ενέργεια, αλλά δε θέλουν, να παραδεχτούν, ότι αυτός που σήμερα διαχειρίζεται την εξουσία, έκανε κάτι σωστά. Οπότε έχουμε ναι μεν, αλλά… Αυτό δεν είναι τόσο τραγικό, αλλά είναι παράλογο. Και το χειρότερο είναι, ότι μάλλον το ίδιο θα έκαναν και οι σημερινοί κυβερνώντες, αν ήταν στην ίδια θέση.
Για αυτό σας λέω. Εν προκειμένω έχουμε, να κάνουμε με παραλογισμό που αναπτύσσεται σε σχέση με κάτι που είναι και θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Ανεξάρτητα από χρώματα και χωρίς αστερίσκους.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
