Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Πολλές φορές και με πολλές αφορμές έχουμε εκφράσει από αυτήν εδώ τη στήλη για το πάρα πολύ χαμηλό επίπεδο των πολιτικών μας σε διάφορα επίπεδα. Ένα από αυτά εντοπίζονται στον πολιτικό λόγο, ο οποίος νομίζουμε δεν ήταν χειρότερος ποτέ.
Σε πρώτο επίπεδο θα βάλω το βιασμό που δέχεται η γλώσσα μας. Από τα κάπως πιο αθώα, τα λεγόμενα «μαργαριτάρια», όπως για παράδειγμα το «δε σας ξεσυμμερίζομαι» ή το «αγναντίζω». Αυτά δεν είναι τόσο τρομερά, αν και θα περίμενε κανείς, ότι κάποιος που θέλει, να λαμβάνει μέρος στο δημόσιο διάλογο και να μας πείσει και μέσω αυτής της οδού, να τον ψηφίσουμε, θα μπορούσε να χειριστεί με μία σχετική έστω επιδεξιότητα τη γλώσσα μας.
Μετά έχουμε τη λεγόμενη ιδεολογική γραμματική. Εδώ πραγματικά η παλέτα είναι ανεξάντλητη. Τί εννοούμε εδώ; Εννοούμε το ότι ορισμένοι προσαρμόζουν τη γλώσσα στις ιδεολογικές τους προτιμήσεις. Ας μην το ανοίξουμε περισσότερο αυτό, γιατί μάλλον θα κλάψουνε μανούλες. Καλό θα ήταν πάντως, να φιλοδοξούμε να μπορούμε, να πατάξουμε τη λεξιπενία. Ο γράφων έχει ένα σχετικό κόλλημα με τη γλώσσα και αντιπαθεί απόλυτα όλες αυτές τις ακρότητες, τις οποίες τις βρίσκουμε σε ευρύτατη γκάμα. Έχουμε εκείνους που αναπολούν την καθαρεύουσα και εκείνους που θέλουν ον πλήρη εκσυγχρονισμό. Τα αποτέλεσμα είναι απλά ένας αχταρμάς.
Δεν μπορούμε φυσικά, να μην αναφερθούμε στις λέξεις νατουραλιζέ, δηλαδή τις ξένες, τις οποίες εντάσσουμε απευθείας στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Και εκεί ακούτε το αμίμητο, ότι κάποιος σπουδάζει psychology η philology. Ακόμα και τα ελληνικά τα βάζουμε στα αγγλικά, δηλαδή.
Τα ανωτέρω, είναι θέμα παιδείας και δυστυχώς της απόλυτης πενίας σε σχέση με αυτή. Δυστυχώς το να μιλάς σωστά και πολύ περισσότερο να αξιώνεις και οι άλλοι να προσπαθούν, να κάνουν το ίδιο, σε κάνουν σχεδόν ντεμοντέ. Για να μην πιάσουμε το γραπτό λόγο και την ορθογραφία.
Είναι φαινόμενα της εποχής μας αυτά και είναι λυπηρά. Διότι η δυνατότητα της έκφρασης, η σωστή χρήση του λόγου δηλαδή, είναι μεγάλη δύναμη και κάτι που εν τέλει σε απελευθερώνει. Είναι πολύ μεγάλο πράγμα, να μπορείς να εξωτερικεύσεις με λόγια αυτό που θέλεις, να πεις και κυρίως, να καταφέρεις, να το δώσεις και στους άλλους, να το καταλάβουν. Όσοι έχετε αμφιβολίες και επειδή αυτό δεν είναι πολύ τρέντι (sic), κάντε τον κόπο, να δείτε πώς και πόσο εξοργίζονται τα μικρά παιδιά, ιδίως αυτά που αρχίζουν, να μιλάνε, όταν δεν μπορούν, να επικοινωνήσουν αυτό που θέλουν. Τους περνάει, όμως, όταν μεγαλώσουν.
Όλα αυτά που περιγράφουμε λοιπόν μας στενοχωρούν και λίγο μας απογοητεύουν, αλλά δυστυχώς, υπάρχουν και πολύ χειρότερα. Αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με το περιεχόμενο των όσων λέγονται δημοσίως, τόσο σε επίπεδο λέξεων, όσο και σε επίπεδο αντιλήψεων και επιχειρημάτων.
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι ανελέητη και ο στόχος δεν είναι η κατάρριψη των επιχειρημάτων του πολιτικού αντιπάλου, αλλά η καταστροφή του, με έναν τρόπο θα μπορούσε κανείς να πει η εξαφάνισή του. Η ατμόσφαιρα στα τηλεοπτικά πάνελ και ακόμα και το κοινοβούλιο τείνει, να γίνει πιο εμετική και από την εντελώς απαράδεκτη που συναντάμε στα γήπεδα. Αντίστοιχο μίσος και βούληση ο απέναντι, να πεθάνει. Και μαζί με αυτόν η μάνα, ο πατέρας του, τα παιδιά του κοκ. Μιλάμε για έναν πραγματικό οχετό. Το ακόμα χειρότερο είναι, ότι που λες, ότι πιάσαμε πάτο, έρχεται το επόμενο και σου ρίχνει μια καλή στα μούτρα, να έχεις, να πορεύεσαι. Αμετροέπεια και μισαλλοδοξία.
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι λήπτες της πληροφορίας, εκείνοι δηλαδή που το παρακολουθούν όλο αυτό και θεωρούν, ότι είναι ωραίο. Επειδή, λέει, η ασυδοσία αυτή είναι χώσιμο που το σύστημα το χρειάζεται και για αυτό το γουστάρουν. Σε όλους αυτούς λοιπόν έχω, να πω, ότι δεν πρόκειται κανένα τέτοιου τύπου χώσιμο, να ρίξει το σύστημα και το κατεστημένο. Διότι αυτός, ο οποίος προστρέχει εκεί, δεν μπορεί, να αποτελέσει εναλλακτική σε αυτό. Η μόνη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει είναι ολοκληρωτικά αντίθετη με κάθε τί το δημιουργικό.
Όμως το να καταφέρει, να έχει και να διατηρεί το πολιτικό σύστημα και ο σχετικός διάλογος ένα στοιχειώδες επίπεδο, όπου η αντιπαράθεση θα είναι δημιουργική και εποικοδομητική, αποτελεί σημαντικό θεμέλιο και στήριγμα για τη δημοκρατία. Η επικράτηση της αμετροέπειας και της απόλυτης απαξίας οδηγεί στο φασισμό. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι πάσης φύσεως εκφραστές αυτής της ιδεολογίας επιδεικνύουν αυτή ακριβώς την τακτική και πρακτική. Και δυστυχώς ο φασισμός δεν έχει χρώματα, ούτε προσανατολισμό. Μπορεί, να είναι και δεξιός και αριστερός, για αυτό λοιπόν οι κεραίες τεντωμένες.
Αυτό που πρέπει, να καταλάβουμε, είναι, ότι τα μεγάλα, κρίσιμα και καθημερινά μας ζητήματα χρειάζονται κόπο, για να αντιμετωπιστούν. Δεν μπορείς και δε δικαιούσαι έναντι του εαυτού σου πρώτα από όλα, να αξιώνεις, να τα αντιμετωπίζεις με τη μέθοδο ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε. Αντίθετα, θέλει να το βασανίσεις και να το ψάξεις. Δε φτάνει ένα μικρό βιντεάκι στα κοινωνικά δίκτυα. Συνδέονται αυτά, διότι η ανάγκη για ταχύτητα και όλη αυτή η ανυπομονησία μας κάνει να ψάχνουμε την ατάκα και το εφέ.
Δεν είναι όλα μαύρα, πάντως. Ούτε είναι ο οχετός μονόδρομος. Εμένα αν με ρωτάτε, πολλές φορές διαπιστώνω, ότι αν έχεις διάθεση να προσπαθήσεις, να δείξεις, ότι υπάρχει και άλλος τρόπος, θα βρεις ενδιαφερόμενους. Φτάνει, να μην απογοητεύεσαι.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
- Έφοδος του «ελληνικού FBI» σε γκαλερί γνωστού επιχειρηματία – Δεκάδες πλαστοί πίνακες
- Τροχαίο στη Θεσσαλονίκη: Tραυματίστηκε οδηγός μηχανής - Πήγε να αποφύγει πεζή
- «Λουκέτο» για 2 μέρες για γνωστό μαγαζί στη Θεσσαλονίκη - Για ποιο λόγο
- Μεγάλη εξαγορά για γνωστή εταιρεία από Θεσσαλονίκη - Με ηγετική θέση σε εστίαση, φιλοξενία
