Του Γιώργου Παπαδημητρίου,
Εντάξει, το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι σύμφυτο του επαγγελματικού αθλητισμού και της οπαδικού μενταλιτέ. Η βελόνα των αισθημάτων χοροπηδά σαν τρελή ανάλογη με την έκβαση και το τελικό αποτέλεσμα, το 0-100 (και το 100-0 αντίστοιχα) σε χρόνο dt πέφτει σύννεφο, οι θρίαμβοι και οι τραγωδίες παίζουν πινγκ πονγκ. Φυσικά, στην Ελλάδα τα πάντα εκτρέπονται προς το αγριότερο, το πιο γραφικό, το πιο κιτς, το πιο δακρύβρεχτο, φωνακλάδικο και θεατράλε, δυστυχώς όχι μόνο σε επίπεδο καφενείου ή κερκίδας (όπου, βρε αδερφέ, είναι λογικό να βγάλεις ο άλλος και λίγο από τον νταλγκά και καημό του), αλλά και στη σφαίρα της υποτιθέμενης «δημοσιογραφικής ανάλυσης».
Για να το θέσουμε απλά, είναι πραγματικά ξεκαρδιστικό να διαβάζεις (ο θεός να τις κάνει) βαρύγδουπες αναλύσεις για το πώς μια ομάδα πετάει και είναι έτοιμη να τα σηκώσει όλα ή αντίστοιχα για το πώς σέρνεται και βαδίζει προς την ολοκληρωτική διάλυση, και έπειτα από δύο ημέρες να διαβάζεις κάτι διαμετρικά αντίθετο, πάντα όμως στον ίδιο τόνο: με μεταφυσικές βεβαιότητες και ενθουσιασμό/ζοχάδα που προσιδιάζει σε φανατικό οπαδό αλλά και όχι σε επαγγελματία αρθρογράφο.
Μια τέτοια συνθήκη, και μάλιστα στην πιο ακραία της μορφή βίωσε η ομάδα του ΠΑΟΚ (τόσο ο προπονητής ξέχωρα όσο και οι παίκτες). Πριν λίγο καιρό, στις πρώτες μέρες του Οκτώβρη, τα πάντα έδειχναν μαύρα σαν την καλιακούδα. Στραβοπάτημα με Παναιτωλικό εντός έδρας (παρά τις κραυγαλέες ευκαιρίες), ισοπαλία με τη Μακάμπι επίσης εντός έδρας, με τον ΠΑΟΚ να τρεκλίζει στο πρώτο ημίχρονο και να σπαταλά τρελές ευκαιρίες στο φινάλε, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και απώλεια μιας φαινομενικά σίγουρης νίκης στην Τρίπολη, αδυναμία να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις και τον ρυθμό του αγώνα στο Βίγο απέναντι στη Θέλτα. Τέσσερα σερί ανεπιτυχή αποτελέσματα, τα οποία έλαβαν διαστάσεις τραγωδίας, ιδίως ενόψει μιας τριπλέτας αγώνων που προκαλούσε φόβο: ντέρμπι με τον Ολυμπιακό εντός, ντέρμπι με την ΑΕΚ εκτός, εξαιρετικά δύσκολος εκτος έδρας ευρωπαϊκός αγώνας με τη Λιλ, μια σταθερά top-class ομάδα του γαλλικού πρωταθλήματος. Κι όμως, αντί για ήττες με κατεβασμένα χέρια και δραματικές εξελίξεις (πχ απόλυση Λουτσέσκου), ήρθε ένα εκκωφαντικό 3/3 και η ρητορική γύρω από την ομάδα έχει πάει ξάφνου στο άλλο άκρο: πάμε να σηκώσουμε το Champions League (ασχέτως αν παίζουμε στο Europa).
Αν μπορεί να βρει κανείς έναν κοινό παρονομαστή στις τρεις σερί μεγάλες νίκες του ΠΑΟΚ, αυτός δεν είναι άλλος από την έλλειψη φόβου, η οποία έγινε μεγαλοπρεπώς εμφανής στους αγώνες με ΑΕΚ και Λιλ, αλλά και την προσήλωση σε ένα τολμηρό κυριαρχικό πλάνο: ο ΠΑΟΚ έπαιξε με την αύρα και τη νοοτροπία της καλύτερης ομάδας απέναντι στην ΑΕΚ και τέσσερις μέρες αργότερα δεν φοβήθηκε να εμφανίσει μια εντυπωσιακά επιθετικογενή νοοτροπία -με πρέσινγκ ψηλά και συνεχές κυνήγι των αντεπιθέσεων, του 1on1, της εκμετάλλευσης των κενών χώρων- απέναντι στη Λιλ, ακόμη και στις στιγμές που το ματς έδειχνε πως ετοιμάζεται να στραβώσει επικίνδυνα. Όσον αφορά τα επιμέρους πρόσωπα, οι ποιοτικές εμφανίσεις και τα νικηφόρα αποτελέσματα του ΠΑΟΚ είχαν σε πρώτο πλάνο τέσσερις πρωταγωνιστές.
Αρχικά, τον Κωνσταντέλια, που περνά σταδιακά από το επίπεδο του χάρμα ιδέσθαι σε εκείνο του αληθινού ηγέτη και της μόνιμης απειλής, σε πείσμα των αυτοσχέδιων επιτροπών σωτηρίας για μέλλον του, οι οποίες επέμεναν με ύφος χιλίων καρδιναλίων ότι είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ να εξελιχθεί μένοντας στον ΠΑΟΚ και στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα, τον Σουαλιό Μεϊτέ, τον αιώνιο έρωτα του Ραζβάν Λουτσέσκου, που λειτουργεί ως μετρονόμος στο κέντρο του γηπέδου. Στη συνέχεια, τον Αντρίγια Ζίφκοβιτς, που ξεπέρασε το παρατεταμένο ντεφορμάρισμα και επέστρεψε στα γνώριμα στάνταρ της τακτικής τελειότητας. Και τέλος, στον απρόσμενο κινηματογραφικό ήρωα, που ξεπήδησε από το πουθενά: ο Αντώνης Τσιφτσής, που κλήθηκε να μπει στα τρομερά απαιτητικά γάντια του Παβλένκα, επέδειξε νεύρο και σθένος που θα το ζήλευαν φτασμένοι γκολκίπερ ευρωπαϊκού βεληνεκούς.
Και τώρα; Τώρα απομένει να φανεί η διάρκεια, η οποία θα εξαρτηθεί από τη διαχείριση τόσο της καταπόνησης (και έλλειψης εύρους λύσεων) όσο και της ψυχολογικής ευφορίας (που οφείλει να μετασχηματιστεί σε winning spirit και όχι σε εφησυχασμό). Όσο για το ρόστερ, τα πράγματα είναι απλά: σε όποια γραμμή του γηπέδου, υπάρχουν παίκτες που δεν υπολογίζονται, θα πρέπει να αντικατασταθούν. Και για να μην μας κατηγορήσει κανείς για ασάφεια, ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: α) Αν ο Βολιάκο δεν λογαριάζεται ως μάχιμη λύση, θα πρέπει να αποκτηθεί ένας ακόμη σέντερ μπακ, β) Ακόμη και αν λογαριάζεται κανονικά ο Τσάλοφ ως υπολογίσιμο μέλος του ρόστερ, σεζόν με τρεις στόχους δεν μπορεί να τσουλήσει με δύο μονάχα σέντερ φορ, γ) Αν ο Ιβανούσετς δεν μπει σε πιο πρωταγωνιστικό κάδρο, η απόκτηση ενός αριστερού εξτρέμ θα μπορούσε πραγματικά να απογειώσει την ομάδα. Υγ: στον αγώνα της Γαλλίας φάνηκε πόσο δύσκολο είναι αντέξει σε full uptempo μια ελληνική ομάδα ενάντια σε μια ποιοτική ομάδα από ανώτερης κλίμακας πρωτάθλημα. Σε αυτόν τον τομέα, η προσθήκη του Χρήστου Ζαφείρη αναμένεται να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη.
