Μπορεί να μην είναι ο σημαντικότερος τίτλος της σεζόν –ίσα ίσα, είναι ακριβώς το αντίθετο– αλλά και πάλι η διαφορά σε σχέση με τα φιλικά παιχνίδια παραμένει πελώρια, και τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι πολύ πιο στέρεα. Ο ΠΑΟΚ, το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, κοντραρίστηκε back-to-back με το δίπολο που μονοπωλεί τους τίτλους και την επικαιρότητα εδώ και αμέτρητο καιρό και βγήκε σαφώς κερδισμένος. Ασχέτως αν έχασε το ένα από τα δύο παιχνίδια.
Ο δρόμος είναι φυσικά μακρύς, η διαδικασία για να ανταγωνιστείς τις πιθανώς καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη στην τελική ευθεία της σεζόν (και όχι Σεπτέμβρη μήνα) είναι πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική, όμως το νερό έχει μπει για τα καλά στο αυλάκι. Ο ΠΑΟΚ υπήρξε κάτι περισσότερο από ανταγωνιστικός, κέρδισε στη λήξη ένα παιχνίδι ολόδικό του, που κόντεψε να το χάσει μέσα από τα χέρια, ενώ την επόμενη μέρα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο μειωμένης ενέργειας, ιδίως στο πρώτο ημίχρονο) πάλεψε και διεκδίκησε με πείσμα και επιμονή ένα παιχνίδι που είχε στραβώσει από την αρχή.
Τα σαφή θετικά σημάδια
Στον ημιτελικό του Σαββάτου, και αφού προβούμε στην απαραίτητη υποσημείωση ότι ο Παναθηναϊκός θα είναι μια τελείως διαφορετική ομάδα με την παρουσία των ακόμη ανέτοιμων Κέντρικ Ναν, Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις και Σλούκα, ο ΠΑΟΚ έλεγξε τον ρυθμό για σχεδόν ολόκληρο το παιχνίδι, κυριάρχησε στα ριμπάουντ, είχε αρκετά καλή αναλογία ασίστ-λαθών, είδε τα πιο ηχηρά ονόματα της ομάδας (Όσμαν και Καλάθη) να αναλαμβάνουν τον ηγετικό ρόλο που τους αναλογεί, κατάφερε να γαντζωθεί στη νίκη –έχει κι αυτό τη σημασία του, έστω και τόσο νωρίς στη σεζόν– και να σπάσει τη μονοτονία του γνωστού ζευγαριού των τελικών στην Ελλάδα.
Στον τελικό της Κυριακής, θα ήταν ανεδαφικό να περιμένει κανείς μια ομάδα ξέχειλη από ενέργεια, όπως στο ξεκίνημα του σαββατιάτικου αγώνα. Επιπλέον, το επίπεδο της δυσκολίας ήταν μάλλον υψηλότερο καθώς απέναντι του είχε τον πρωταθλητή Ελλάδας και Ευρώπης, μια ομάδα που (πέρα από το πλεονασματικό ταλέντο) λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι εδώ και χρόνια, εκτελώντας ένα συγκεκριμένο μπασκετικό πλάνο. Κι όμως, ο ΠΑΟΚ βρέθηκε μια ανάσα από το να γυρίσει τούμπα το παιχνίδι, και ίσως να τα κατάφερνε αν δεν οι διαιτητές δεν καταλόγιζαν ένα –αυστηρότατο στην καλύτερη, ανύπαρκτο στη χειρότερη– φάουλ στον Νικ Καλάθη, 15 δεύτερα πριν τη λήξη του αγώνα.Στα επιπλέον θετικά δείγματα γραφής αξίζει να καταγραφεί ότι για δύο συνεχόμενα παιχνίδια μεγάλων απαιτήσεων οι Αλεξάντερ και Φόστερ πλαισίωσαν ιδανικά τους Όσμαν και Καλάθη, συνθέτοντας ένα κουαρτέτο αναμφίβολης ποιότητας, ενώ για μία ακόμα φορά η αναλογία ασίστ-λαθών ήταν ικανοποιητική.
Τα σημεία προβληματισμού
Η ευφορία για τη συμμετοχή στον τελικό και την παραλίγο μεγάλη ανατροπή είναι προφανώς δικαιολογημένη, ωστόσο, και εφόσον δεχτούμε ως δεδομένοι ότι ο πήχης των προσδοκιών έχει τεθεί ψηλά, είναι απαραίτητο να ρίξουμε και μια ματιά στις αδυναμίες και στους τομείς όπου ο ΠΑΟΚ επιδέχεται βελτίωσης. Έχουμε και λέμε:
- Ίσως υπάρχει ένα ζήτημα στην περιφερειακή άμυνα, με την προφανή εξαίρεση του two-way Νικ Καλάθη. Θυμίζουμε ότι ο ΠΑΟΚ δέχτηκε 99 πόντους από την Παρτιζάν, 87 από τον Παναθηναϊκό στο φιλικό και 101 από τον Ολυμπιακό στον τελικό του Σούπερ Καπ.
- Ο Χάτζινς, ένας παίκτης που ήρθε με περγαμηνές από το γαλλικό πρωτάθλημα, δεν ήταν ακριβώς καθοριστικός παράγοντας στα δύο παιχνίδια του Σούπερ Καπ, μονολότι εμφανίστηκε σαφώς βελτιωμένος στο ματς της Κυριακής.
- Στον τελικό του Σούπερ Καπ η αναλογία ανάμεσα στα δίποντα και στα τρίποντα (21 έναντι 46) που επιχείρησε ο ΠΑΟΚ ήταν κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική, ενώ στον ημιτελικό τα αντίστοιχα νούμερα ήταν εξαιρετικά ισορροπημένα (39 έναντι 33).
Όπως και πέρσι, ο ΠΑΟΚ δείχνει να έχει έμφαση στο ριμπάουντ, ίσως όμως υπάρχει μια μικρή έλλειψη όγκου στη ρακέτα (που φάνηκε και με τον Ολυμπιακό, παρότι οι Πειραιώτες έπαιζαν την Κυριακή στην ουσία χωρίς δεύτερο σέντερ), εξ ου και η φημολογία για απόκτηση νέου ψηλού (βλέπε Μοτεγιούνας) και δανεισμό Ομορούγι. Γενικότερα μιλώντας, έχουμε την αίσθηση (και την ελπίδα) πως το ρόστερ του ΠΑΟΚ δεν έχει ακόμη κλείσει οριστικά.
Για τη διαιτησία δεν θα πείτε κάτι;
Όπως και να το κάνουμε, όσο ελαστικοί ή επιεικείς και να φανούμε, είχαμε τα θεματάκια μας σε αμφότερους τους αγώνες. Ξεκινώντας από τον νικηφόρο ημιτελικό του Σαββάτου, είναι μάλλον αξιοπερίεργο το πώς μια ομάδα που πραγματοποίησε 25 περισσότερα σουτ από τον αντίπαλό της (73 έναντι μόλις 48 του Παναθηναϊκού) κατέληξε να εκτελεί 20 λιγότερες βολές στο παιχνίδι (16 έναντι 36). Όσο για το ματς με τον Ολυμπιακό, ήταν φανερό πως όλες οι μεταιχμιακές φάσεις (που είναι πάντα ζήτημα ερμηνείας και διάθεσης) σφυρίχτηκαν μονόπατα, με αποκορύφωμα φυσικά το τελευταίο φάουλ που κέρδισε ο Μοντέρο.
Συμπερασματικά, είναι κάπως αποκαρδιωτικη και αποθαρρυντικη ενόψει της συνέχειας (και δεν εννοούμε μόνο για φέτος) η τόσο μεγάλη πρεμούρα των διαιτητών μήπως γίνει καμιά στραβή στην κατά βάση ήσσονος σημασίας διοργάνωση του Σούπερ Καπ. Με άλλα λόγια, ο ΠΑΟΚ οφείλει να δυναμώσει και σε αυτό το πεδίο.