Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Ως κάποιου είδους ξεπερασμένου… φολκλόρ φαίνεται να αντιμετωπίζει το άρρηκτο δίπτυχο της κυβέρνησης και των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης τις μεγάλες πορείες κατά τη γενική απεργία, μία απεργία που ξεχάστηκε από την Τρίτη, ενώ γινόταν την Τετάρτη. Στην πόλη μας το πλήθος των 22.000 ανθρώπων ήταν πολύ μεγαλύτερο από άλλες φορές, όπως και στην Αθήνα όπου περισσότεροι από 70.000 διαδηλωτές πλημμύρισαν τους δρόμους. Κι όμως η ειδησεογραφία της ημέρας επέβαλε το ξαναζεσταμένο φαγητό της επίσκεψης Φρανσουά Ολάντ και τη συνεπακόλουθη κουβέντα περί του ενδιαφέροντος γαλλικών εταιριών για τον υπό καθεστώς εκποίησης δημόσιο πλούτο, ειδικά δε για τη δική μας ΕΥΑΘ.
Ελάχιστα ασχολήθηκαν τόσο τα μεγάλα κανάλια, όσο και οι δημοσιολογούντες με τους χειμαζόμενους πολίτες που κατέβηκαν στους δρόμους. Κι όταν το έκαναν τα λόγια ήταν αποστασιοποιημένα, δίχως τον οποιοδήποτε χρωματισμό. Σαν να μιλάμε για κάποια άλλη χώρα. Ακόμη περισσότερο, σαν να μιλάμε για ένα εθιμοτυπικό, μία τελετουργία, η οποία πάντα θα χρίζει «τηλεοπτικού χρόνου», όμως έχει πλέον ξεπεραστεί από την εποχή της. Η δυστυχία των Μνημονίων έχει σφυρηλατηθεί σε ένα γερό τσιτάτο, η οργή όσο κι αν είναι «δικαιολογημένη» είναι ταυτόχρονα και «επικίνδυνη», καθώς πλέον κάθε κινητοποίηση αντιμετωπίζεται ως μία εν δυνάμει «τρομοκρατική» απειλή.
Μόνο όποιος είναι βαθιά νυχτωμένος πιστεύει πως η κυβέρνηση απειλείται πραγματικά από αυτή τη βία. Ούτε τρεις μέρες μετά τα γεγονότα στις Σκουριές, ο Α. Σαμαράς προωθεί με πυγμή το νέο El dorado στο Πέραμα Θράκης, ενώ μέχρι τον εισαγγελέα και ακόμη παραπέρα φτάνουν όσοι… παρακινούν σε κινητοποιήσεις. Το ίδιο κερδισμένοι έχουν βγει οι κυβερνώντες κι από τα… περασμένα, ξεχασμένα. Οι Ελληνάρες τσολιάδες που μούντζωναν το «μπουρδέλο τη βουλή», δεν νομίζουμε να τους έπιασαν οι… ευαισθησίες με τις εικόνες των ξυλοφορτωμένων κρατουμένων. Τουναντίον.
Βδομάδες πριν, πριν το Mall, πριν το Βελβεντό, πριν τις Σκουριές, η ρεπόρτερ του Mega Μαρία Σπυράκη μετέδιδε τις πληροφορίες που είχε από κύκλους της ΝΔ πως «θεωρούν πως βρήκαν το αδύνατο σημείο του ΣΥΡΙΖΑ και θα συνεχίζουν να το επαναφέρουν». Ήταν οι μέρες που το καυτό ζήτημα της Βίλλας Αμαλία δονούσε την Ελλάδα και το αδύνατο σημείο στο οποίο αναφερόταν η ρεπόρτερ ήταν η βία. Η στρατηγική της έντασης είναι επιλογή της κυβέρνησης. Βολεύεται με τη συκοφάντηση των κοινωνικών αγώνων, εξιτάρεται με την αποδοχή (ή στην καλύτερη απάθεια) προς τον αυταρχισμό, που εκτείνεται από τους κρατουμένους μέχρι τη λειτουργία του ίδιου του Κοινοβουλίου. Με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, σε μία συνεχόμενη έκτακτη ανάγκη, διαμορφώνεται ένα αυταρχικό μοντέλο για όλη τη δημόσια ζωή.
Εξ ου και η επικινδυνότητά της έγκειται στην εξοικείωση των Ελλήνων πολιτών με αυτήν και την σταδιακή αφομοίωσή της. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες. Υπάρχουν κομμάτια του ελληνικού πληθυσμού που αισθάνονται ανακούφιση ή και έξαψη από αυτή τη βία. Ειδικά στις παρούσες συνθήκες κρίσης, αυτοί είναι πολύ περισσότεροι από όσο νομίζουμε και από την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση. Μονάχα εναντίον του ελληνικού λαού, όμως, στρέφεται αυτή η βία. Ανέγγιχτη είναι η κυβέρνηση απ’ τη βία. Οι κραυγές που βγάζουν οι εκπρόσωποι των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ στα κανάλια μοιάζουν με σπασμένο δίσκο γραμμοφώνου, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν με αδιαφορία τις αντιδράσεις του λαού. Κάθε φορά που οι απίθανοι δημοσιονομικοί στόχοι θα πέφτουν έξω (λόγω… λάθους;), θα έρχονται νέα μέτρα, όπως έχει συμβεί άλλωστε αμέτρητες φορές μέχρι σήμερα. Μονάχα με την ανατροπή της σημερινής ασκούμενης πολιτικής, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μία Ελλάδα καθημαγμένη, μπορεί να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά ερείπια που αφήνει στα διάβα της η πολιτική εκτροπή.
