Ο ελληνικός τύπος βρίθει από δημοσιεύματα που υποστηρίζουν πως Γερμανοί και Γάλλοι τα... βρίσκουν όσον αφορά τη λιτότητα. Η στροφή του Βόλγκανγκ Σόιμπλε και οι δηλώσεις του Φρανσουά Ολάντ («χέρι-χερι με τη Μέρκελ εναντίον της λιτότητας») αποτελούν σύμφωνα πάντα με τα ελληνικά μέσα απόδειξη πως ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού καλά κρατεί. Ωστόσο, την ώρα που διαβάζουμε για το κολοσσιαίο ποσό του… 1 δισ. με το οποίο σκοπεύουν να λύσουν το πρόβλημα της ανεργίας Ολάντ και Σόιμπλε, η πιθανότητα επιβολής δασμών στα κινεζικά φωτοβολταϊκά οδηγεί σε ανοικτή κόντρα την Γερμανία με τη Γαλλία, αλλά και την Κομισιόν.
Ας δούμε πως έχει το ζήτημα. Ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Κάρελ ντε Χουντ, κατηγορεί την Κίνα για αθέμιτο ανταγωνισμό με πώληση πολύ φθηνών φωτοβολταϊκών (το λεγόμενο ντάμπινγκ) και σχεδιάζει να επιβάλει δασμούς 47% στο Πεκίνο με στόχο την προστασία των ευρωπαϊκών εταιρειών που απειλούνται με εξαφάνιση καθώς δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις τιμές της Κίνας. Δεν είναι κάτι απλό αυτό, όταν έχουμε να κάνουμε με τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ευρώπης (μετά τις ΗΠΑ).
Η Γερμανία ηγείται της αντίδρασης πολλών κρατών μελών εναντίον των μέτρων αυτών. Μάλιστα, η ίδια η καγκελάριος Μέρκελ σε συνάντησή της με τον νέο πρωθυπουργό της Κίνας, Λι Κετσιάνγκ, τόνισε πως σκοπεύει να κάνει τα πάντα για να μην περάσουν οι κυρώσεις (με ημερομηνία έναρξης την 6η Ιουνίου). Ο Λι Κετσιάνγκ, άλλωστε, είχε ξεκαθαρίσει πριν καν ανέβει στο αεροπλάνο για το Βερολίνο πως «Οι έρευνες σε αυτούς τους δύο τύπους προϊόντων (εκτός από τα φωτοβολταϊκά διεξάγεται έρευνα για ντάμπινγκ και στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών) θα πλήξουν τις κινεζικές βιομηχανίες, τις επιχειρήσεις και τις θέσεις εργασίας και επίσης θα ζημιώσουν τα ζωτικά συμφέροντα των ευρωπαίων χρηστών και καταναλωτών». Όπως υπογραμμίζουν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς πρόκειται για την πρώτη φορά που η ανώτατη ηγεσία του Πεκίνου παίρνει θέση σε εμπορική διαμάχη.
Η Μέρκελ εκπροσωπώντας τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Κίνας στην ΕΕ διακήρυξε πως «ο προστατευτισμός δεν αποτελεί απάντηση. Η Γερμανία θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην επιβληθούν μόνιμοι δασμοί στα κινεζικά προϊόντα».
Από την πλευρά του ο επίτροπος Κάρελ ντε Χουντ συναντήθηκε με τον Κινέζο υφυπουργό Εμπορίου, Ζονγκ Σαν, για να δηλώσει μετά την συνάντηση πως «είμαστε έτοιμοι να διαπραγματευτούμε με την Κίνα», αλλά και πως «είναι πολύ σαφές… ότι η Κίνα ασκεί πίεση σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ (όσον αφορά την απόρριψη των δασμών). Ο ρόλος της Κομισιόν είναι να παραμείνει ανεξάρτητη, να αντικρούσει τις εξωτερικές πιέσεις και να κοιτάζει την μεγάλη εικόνα για το συμφέρον της Ευρώπης, των εταιρειών της και των εργαζομένων της με βάση μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία», κατέληξε.
Την ώρα, λοιπόν, που η Γερμανία ηγείται των κρατών εναντίον της επιβολής δασμών (μαζί με την Ολλανδία, τη Βρετανία, κτλ), η Γαλλία υποστηρίζει την Κομισιόν. «Θέλουμε να δούμε μία ισορροπημένη σχέση μεταξύ της Κίνας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δήλωσε ο Γάλλος υπουργός Βιομηχανίας, Αρνό Μοντεμπούρ. «Οι χώρες που χρησιμοποιούν προστατευτικά μέτρα, όπως η Κίνα, θα έπρεπε να αποδέχονται αμοιβαίους κανόνες». Και η Γαλλίδα υπουργός Περιβάλλοντος, Ντελφίν Μπατό, είχε επισημάνει το ίδιο. Σε συνέντευξη Τύπου με τον Γερμανό ομόλογό της, Πέτερ Αλτμάιερ, τόνισε πως «είναι φυσιολογικό η ΕΕ να επιδεικνύει επαγρύπνηση και να προχωρείστις κατάλληλες διαδικασίες, όταν είναι απαραίτητο, για την αντιμετώπιση των φαινομένων αθέμιτου ανταγωνισμού».
Την ώρα, λοιπόν, που Γαλλία και Γερμανία εκδίδουν κοινή διακήρυξη κατά της ανεργίας, η ρήξη μεταξύ τους διευρύνεται και το ζήτημα της Κίνας μπορεί να αποτελέσει τη θρυαλλίδα εξελίξεων. Όπως υποστηρίζει το πρακτορείο Ρόιτερς, «η ΕΕ είναι διχασμένη ως προς την αντιμετώπιση της Κίνας, με την Γαλλία και την Ιταλία να ηγούνται μίας ομάδας κρατών μελών υπέρ των κυρώσεων της Κίνας». Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα πάντα με το Ρόιτερς, 15 κράτη-μέλη είναι κατά των κυρώσεων, 6 είναι υπέρ και άλλα 6 δεν θέλησαν να διευκρινίσουν τη στάση τους. Σημαντική παράμετρος του ζητήματος είναι η δυνατότητα της Κομισιόν να επιβάλει δασμούς ακόμη και δίχως την στήριξη των κρατών μελών. Έτσι, όπως εκτιμούν αναλυτές οι κυρώσεις είναι πολύ πιθανό να επιβληθούν στις 6 Ιουνίου, όμως, η πίεση για την ακύρωση τους (προτού γίνουν μόνιμες το Δεκέμβριο) θα είναι πολύ ισχυρή.