Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Διεθνή

Το παράδειγμα της Κύπρου, μοντέλο για όλη την Ευρώπη

Το παράδειγμα της Κύπρου, μοντέλο για όλη την Ευρώπη
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">
Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ

Τελικά, το παράδειγμα της Κύπρου όχι μόνο δεν ήταν «ξεχωριστό», αλλά από τα ξημερώματα της Πέμπτης είναι το υπογεγραμμένο ευρωπαϊκό σχέδιο «διάσωσης» προβληματικών τραπεζών. Μετά από επτά ώρες διαπραγματεύσεων, οι υπουργοί Οικονομικών των «27» κατέληξαν στο νέο δόγμα «διασώσεων», το οποίο μεταθέτει, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, την ευθύνη της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τα κράτη (όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ιρλανδίας), στους ιδιοκτήτες, στους μετόχους, στους ομολογιούχους και στους καταθέτες (άνω των 100.000 ευρώ). Πρόκειται για κομβική απόφαση που όπως τονίζουν διεθνούς κύρους αναλυτές αλλάζει τα δεδομένα του τραπεζικού τομέα, μετατρέπει σε επενδυτές τους μεγαλοκαταθέτες, ενώ παράλληλα τοποθετεί στην κορυφή της χρηματοπιστωτικής αλυσίδας τις τράπεζες της Γερμανίας, ελέω της ασφάλειας που αυτές μπορούν να προσφέρουν στους καταθέτες τους.

Οι φορολογούμενοι, λοιπόν, δεν θα αναλαμβάνουν το κόστος διάσωσης των τραπεζών. Τουλάχιστον, όχι άμεσα ως δανεισμό του κράτους και μετακύλιση των χρημάτων για την ανακεφαλαιοποίηση. Ας δούμε τα βασικά σημεία της συμφωνίας του Ecofin. Πρώτον και βασικότερο είναι πως προτού μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημόσιο χρήμα (θα δούμε στη συνέχεια ποιο δημόσιο χρήμα) πρέπει να καλυφθεί το 8% των συνολικών υποχρεώσεων της προβληματικής τράπεζας από τους μετόχους, τους ομολογιούχους και τους «ανασφάλιστους» καταθέτες (ουσιαστικά επενδυτές γίνονται οι άνω των 100.000 ευρώ), με τη σειρά που τους αναφέραμε. Τουλάχιστον, σε θεσμικό επίπεδο οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ παραμένουν προστατευμένες, ενώ η συμφωνία προβλέπει πως πρώτα θα «κουρεύονται» οι καταθέτες μεγάλων επιχειρήσεων και έπειτα θα αγγίζονται τα φυσικά πρόσωπα και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Εξίσου μεγάλη αλλαγή στους χρηματοπιστωτικούς κανόνες είναι η απόφαση για δημιουργία ενός «εκ των προτέρων» εθνικού ταμείου εξυγίανσης, από όπου και θα προέρχεται το δημόσιο χρήμα που αναφέραμε. Αυτά τα εθνικά ταμεία θα πρέπει να φτάσουν, μέσα σε 10 χρόνια, ένα επίπεδο-στόχο τουλάχιστον 0,8% των καλυμμένων καταθέσεων όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στη χώρα. Οι ίδιες οι τράπεζες θα είναι αναγκασμένες να χρηματοδοτούν αυτά τα ταμεία εξυγίανσης (με βάση τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η κάθε μία), όμως σε κάθε περίπτωση η συνεισφορά του ταμείου θα έχει πλαφόν στο 5% των συνολικών υποχρεώσεων της προβληματικής τράπεζας.

Στις ευρωπαϊκές αποφάσεις υπάρχει πάντα ένα αλλά. Έτσι και σ’ αυτήν. «Παρότι υπάρχει πλέον ένα μίνιμουμ του 8% των συνολικών υποχρεώσεων της τράπεζας, οι χώρες έχουν τη δυνατότητα να προστατέψουν συγκεκριμένους πιστωτές από απώλειες σε ορισμένες προϋποθέσεις», γράφουν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, για ένα σημείο της απόφασης που έχει ήδη γίνει φύλλο και φτερό από τους οικονομικούς συντάκτες της Ευρώπης. Τι λέει ουσιαστικά αυτή η «λεπτομέρεια»; Πως όσο υπάρχουν αυτού του είδους οι αφηρημένες «ορισμένες περιστάσεις» είναι πολύ πιθανό οι μεγάλες, ισχυρές χώρες να χρησιμοποιούν δημόσιο χρήμα για τις «διασώσεις», ενώ οι πιο φτωχές χώρες να είναι αναγκασμένες να επιβάλουν ζημιές σε μετόχους, ομολογιούχους και καταθέτες.

Ανοιχτά παραμένουν κι άλλα κομβικά ζητήματα. Όπως αναφέρει το think tank, Open Europe, «Πότε και πώς θα τίθενται σε εφαρμογή αυτοί οι γενικοί κανόνες; Θα είναι ζήτημα των ίδιων των τραπεζών ή των εθνικών κυβερνήσεων;». Επίσης, δεν ξεκαθαρίζεται τίποτα για την εμφανή διαφορά ανάμεσα σε μία τράπεζα που έχει καταρρεύσει και σε μία τράπεζα που χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση. Ούτε το χρονοδιάγραμμα φαίνεται ιδιαίτερα σαφές. Το λεγόμενο «bail-in» δεν θα τεθεί σε εφαρμογή μέχρι το 2018, παρότι η ευρωπαϊκή οδηγία θα εκδοθεί το 2015.

Τώρα, τα κράτη-μέλη θα μεταφέρουν αυτή τη συμφωνία στο Ευρωκοινοβούλιο, σε μία διαδικασία που μπορεί να τραβήξει μέχρι και το τέλος του χρόνου.

Ήδη, όμως, είναι πραγματικότητα η έκθεση μετόχων, ομολογιούχων και καταθετών στις τραπεζικές επισφάλειες. Αυτό σημαίνει πως οι καταθέτες – ακριβώς όπως έχει γίνει κατά τη διάρκεια της κρίσης – θα τρέχουν στις ασφαλείς τράπεζες της Γερμανίας, ουσιαστικά μετατρέποντας με αυτό τον τρόπο σε «επισφαλείς» τράπεζες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Με αυτό τον τρόπο οδηγείται σε μία ουσιαστική συρρίκνωση ο τραπεζικός τομέας, πιέζοντας την οικονομία της εκάστοτε χώρας, όχι μονάχα μέσω της μη δυνατότητας χορήγησης δανείων, αλλά ακόμη και στη λειτουργία μεγάλων επιχειρήσεων που αναγκαστικά χορηγούν τη μισθοδοσία τους (κ.α.) μέσω τραπεζών.

Το ακόμη κυριότερο ζήτημα είναι πως η πραγματική τραπεζική ενοποίηση απέχει παρασάγγας απ’ το να υλοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, το Βερολίνο έχοντας ήδη «διασώσει» τις δικές του τράπεζες από τα τοξικά ομόλογα που κατείχαν, αρνείται να πληρώνει ο ESM το κόστος για τις τράπεζες των υπόλοιπων χωρών, ακόμη κι αν αυτό εγγράφεται στο δημόσιο χρέος, ειδικά σήμερα που το χρέος σε χώρες όπως την Ελλάδα, αλλά ακόμη και την Ιταλία βρίσκεται σε μη βιώσιμα επίπεδα. Αρνείται, όμως, παράλληλα ένα κεντρικό Ευρωπαϊκό Ταμείο (εξ ου και προωθεί τα Εθνικά Ταμεία), γιατί δεν θέλει ούτε να διανοηθεί να πηγαίνουν τα χρήματα μίας γερμανικής τράπεζας σε μία ελληνική.

Οι δηλώσεις

Ικανοποιημένος εμφανίστηκε ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισεμπλουμ λέγοντας ότι «εάν μια τράπεζα είναι το πρόβλημα, τώρα έχουμε ένα ενιαίο σύνολο κανόνων σε όλη την Ευρώπη για να αποφασίσει ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό». «Αυτή είναι μια σκληρά κερδισμένη επιτυχία», ανέφερε ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Πιέρ Μοσχοβισί, κρίνοντας ότι η συμφωνία είναι «πολύ σημαντική για την οικονομική σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για συμφωνία -ορόσημο στις προσπάθειες να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ των τραπεζών και των κρατικών χρεών μίλησε ο Ιρλανδός υπουργός Οικονομικών, Μάικλ Νούναν.

Λεζάντα: Ικανοποιημένοι από τη συμφωνία δήλωσαν τόσο ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Πιέρ Μοσκοβισί, όσο και ο Γερμανός ομόλογός του, Β. Σόιμπλε.

Συμφωνία για ευρωπαϊκό προϋπολογισμό λιτότητας

Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξαν σε συμφωνία με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για να οριστικοποιηθεί το μακροπρόθεσμο σχέδιο προϋπολογισμού της ΕΕ -τον πρώτο προϋπολογισμό λιτότητας. «Έχω τη χαρά να ανακοινώσω ότι έχουμε πολιτική συμφωνία για το μελλοντικό προϋπολογισμό της ΕΕ» είπε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Zoζέ Μπαρόζο σε ενημέρωση των δημοσιογράφων την Πέμπτη, όπως μεταδίδει το Reuters. Η εξέλιξη αυτή δίνει τέλος σε αβεβαιότητα μηνών γύρω από τη μελλοντική χρηματοδότηση της Ένωσης, ύψους 1 τρισ. ευρώ περίπου.

Οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν στο σχέδιο προϋπολογισμού τον Φεβρουάριο αλλά η επικύρωσή του είχε σκαλώσει στο Κοινοβούλιο. Ο προϋπολογισμός προβλέπει τις πρώτες πραγματικές περικοπές δαπανών στην ιστορία της ΕΕ. Η συμφωνία αυτή πρέπει τώρα να εγκριθεί από μια αυξημένη πλειοψηφία των 754 βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προειδοποίησε από την πλευρά του ο πρόεδρός του Μάρτιν Σουλτς. «Δεν είναι αυτό που θα θεωρούσα την καλύτερη λύση, όμως είναι το μέγιστο που μπορούσα και που μπορούσαμε να διαπραγματευθούμε εδώ» ανέφερε Μάρτιν Σουλτς μετά τη σύναψη της συμφωνίας.

Μία πιο πράσινη Κοινή Αγροτική Πολιτική

Έπειτα από δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, οι χώρες-μέλη της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφώνησαν σαρωτικές αλλαγές για το πώς θα μοιράζονται τα 50 δισ. ευρώ το χρόνο που απορροφά η Κοινή Αγροτική Πολιτική έως το 2020 (περίπου το 40% του συνολικού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού).

Λόγω των ισχυρών πιέσων που δέχονται οι περισσότερες οικονομίες στην Ευρώπη, ο Ντατσιάν Κιόλος, ο επίτροπος Αγροτικής Πολιτικής, προσπάθησε να αιτιολογήσει το πακέτο, προβάλλοντάς το ως «πράσινο» και «δίκαιο». Το βασικότερο σημείο είναι πως περίπου 30% των συνολικά 278 δισ. ευρώ σε απευθείας επιδοτήσεις να είναι συνδεδεμένο με νέους περιβαλλοντικούς κανόνες. Αυτοί οι κανόνες περιλαμβάνουν την πρόβλεψη για οικολογικές ζώνες, δηλαδή το 5% των εκτάσεων των αγροτών θα πρέπει να παραμένει ακαλλιέργητο, ενώ θα προβλέπεται και η εναλλασσόμενη καλλιέργεια. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν πως έχουν γίνει τόσες «εκπτώσεις» στους κανόνες σε βαθμό που να θεωρούνται «ανούσιες».

Ένα άλλο βασικό σημείο τη νέας ΚΑΠ, η οποία θα πρέπει τώρα να λάβει και την έγκριση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποτελεί η αποσύνδεση των αγροτικών επιδοτήσεων από τα επίπεδα αγροτικής παραγωγής και η συνάρτησή τους από την έκταση των αγροτικών κτημάτων. Με βάση αυτό, οι χώρες-μέλη θα μπορούν να διαθέτουν το πολύ το 8% των κονδυλίων τους για επιδοτήσεις με βάση την παραγωγή και η ελάχιστη επιδότηση θα ισούται με το 60% του εθνικού ή περιφερειακού μέσου όρου, κάτι που σύμφωνα με το διεθνή τύπο σημαίνει πως οι μεγάλοι παραγωγοί θα χάσουν έως και το 40% των επιδοτήσεων (Παρόλα αυτά, οι εθνικές κυβερνήσεις θα έχουν το περιθώριο να περιορίσουν αυτές τις απώλειες έως και κατά 30%). Ωστόσο, η απόφαση για το ψαλίδισμα των επιδοτήσεων που ξεπερνούν τα 150.000 ευρώ το χρόνο αναβλήθηκε για το φθινόπωρο.

Κατάργηση των περιορισμών στη ζάχαρη

Ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή στην αναθεωρημένη ΚΑΠ θεωρείται η άρση του περιορισμού στην παραγωγή ζάχαρης από τον Οκτώβριο του 2017, με το ισχύον εδώ και 45 έτη περιοριστικό σύστημα σε ποσότητες και τιμές, να θεωρείται υπεύθυνο για τη δημιουργία πλασματικών ελλείψεων στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και για τον περιορισμό των εξαγωγών εκτός ΕΕ.

Σύνδεση του 15% με την παραγωγή

Βάσει της αναθεωρημένης ΚΑΠ ωστόσο, κάποιες χώρες, όπως η Γαλλία, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν σύνδεση των άμεσων επιδοτήσεων, έως και το 15%, με την αγροτική παραγωγή. Το συγκεκριμένο μέτρο ελήφθη με στόχο την ενίσχυση περιοχών οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα στις καλλιέργειες λόγω της φυσικής τους θέσης και του εδάφους. Χωρίς να λείπουν ωστόσο και αυτοί που υποστηρίζουν ότι το συγκεκριμένο μέτρο αποτελεί υπαναχώρηση από προηγούμενες αναθεωρήσεις της ΚΑΠ, το 1992, το 1999 και το 2003, στόχος των οποίων ήταν να σπάσει ο «ομφάλιος λώρος» μεταξύ επιδοτήσεων και αγροτικής παραγωγής που οδήγησε στις υπερβολές που καταγράφηκαν τις δεκαετίας του ’80 και του ’90. Η εν λόγω απόφαση εξάλλου χαρακτηρίστηκε ως «νίκη κατά της λογικής του φιλελευθερισμού» από τον αρμόδιο γάλλο υπουργό Γεωργίας κ. Στεφάν λε Φολ. Επισημαίνεται ότι η Γαλλία, χώρα με τη μεγαλύτερη αγροτική παραγωγή στην ΕΕ, θα συνεχίσει να λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος των αγροτικών κοινοτικών επιδοτήσεων, ύψους 8 δισ. ευρώ ετησίως, με την Ισπανία και τη Γερμανία να ακολουθούν με 6 δισ. περίπου. Κατά τις συζητήσεις υπήρξαν και θέματα για τα οποία δεν επήλθε συμφωνία, όπως για παράδειγμα, η πρόταση να περιοριστούν οι ετήσιες επιδοτήσεις στα μεγάλα αγροκτήματα στα 300.000 ευρώ. Τα συγκεκριμένα θέματα ωστόσο δεν θεωρούνται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, τόσο σοβαρά ώστε να οδηγήσουν σε «μπλοκάρισμα» της συμφωνίας, και αναμένεται να επιλυθούν στο πλαίσιο των συζητήσεων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για το χρονικό διάστημα 2014-2020.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Διεθνή

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αναλαμβάνει την ευθύνη της ήττας και αποχωρεί ο Μπερίσα

Παράταση για τις φορολογικές δηλώσεις