Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αποκαλύψεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από πλευράς Ευρωπαίων αξιωματούχων και οι διαβεβαιώσεις του Αμερικανού αναπληρωτή συμβούλου εθνικής ασφαλείας Μπεν Ρόουντς ότι οι Ευρωπαίοι είναι «μεταξύ των στενότερων συμμάχων» των ΗΠΑ δεν φάνηκαν αρκετές για να τους καθησυχάσουν.
Οι Βρυξέλλες προειδοποίησαν για τις συνέπειες που θα προκαλέσει το σκάνδαλο της κατασκοπείας στη διαπραγμάτευση μιας διατλαντικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς έκανε λόγο για ένα πιθανόν «τεράστιο σκάνδαλο» και ο οικολόγος ευρωβουλευτής Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ ζήτησε να σταματήσουν αμέσως οι σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για μια διατλαντική συνθήκη ελεύθερων συναλλαγών, όσο δεν υπογράφεται συμφωνία με τις ΗΠΑ για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
«Οι εταίροι δεν κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλο», δήλωσε η Ευρωπαία επίτροπος Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ. «Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε μια μεγάλη διατλαντική αγορά όταν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια πως οι εταίροι μας κάνουν υποκλοπές στα γραφεία των ευρωπαίων διαπραγματευτών», είπε χαρακτηριστικά, καλώντας τις ΗΠΑ «να διαλύσουν πολύ γρήγορα αυτές τις υπόνοιες».
Ο ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Κάρελ Ντε Γκαχτ δήλωσε μιλώντας σε βελγικό τηλεοπτικό κανάλι πως, αν οι κατηγορίες αυτές επιβεβαιωθούν, η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή. «Καθαρότητα, αλήθεια και διαφάνεια: αυτά είναι που μπορούμε και που πρέπει να περιμένουμε από τους φίλους και συμμάχους μας. Οι αμερικανικές εξηγήσεις είναι απαραίτητες και κατεπείγουσες», δήλωσε μέσω του λογαριασμού του στο Twitter ο γάλλος επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ. «Αυτά τα γεγονότα, εάν επιβεβαιωθούν, είναι εντελώς απαράδεκτα», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς. Η υπουργός Δικαιοσύνης Κριστιάν Τομπιρά προχώρησε περισσότερο λέγοντας πως, αν η Ουάσινγκτον πραγματοποίησε πράγματι τις επιχειρήσεις κατασκοπείας που περιγράφονται από το Σπίγκελ, αυτό θα ήταν «μια αχαρακτήριστη εχθρική πράξη».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη με τους ευρωπαίους εταίρους τους, έπειτα από τις αποκαλύψεις για το αμερικανικό πρόγραμμα κατασκοπείας, δήλωσε ο Στέφεν Ζάιμπερτ, εκπρόσωπος της καγκελαρίου της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ. «Εάν επιβεβαιωθεί ότι διπλωματικές αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεμονωμένων ευρωπαϊκών χωρών αποτελούσαν αντικείμενο κατασκοπείας, πρέπει να πούμε ξεκάθαρα ότι η κατασκοπεία μεταξύ φίλων δεν είναι αποδεκτή. Δεν βρισκόμαστε πλέον στον Ψυχρό Πόλεμο», πρόσθεσε ο Στέφεν Ζάιμπερτ, ενώ σε ερώτηση σχετικά με τη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ, απάντησε: «Η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι αναγκαία για να υπάρξει συμφωνία».
Η αντίδραση της Ελλάδας
«Η Ελλάδα σέβεται απολύτως τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου που διέπουν το καθεστώς λειτουργίας των Διπλωματικών και Προξενικών Αρχών. Για το λόγο αυτό, αδυνατεί να κατανοήσει πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας σχετικά με παρακολουθήσεις, μεταξύ άλλων, και ελληνικών διπλωματικών αποστολών από Υπηρεσίες φίλης και συμμαχικής χώρας», δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Κ. Κούτρας, ανακοινώνοντας παράλληλα πως διερευνώνται τα στοιχεία παρακολούθησης ελληνικών διπλωματικών αποστολών.
Τι απαντούν οι ΗΠΑ
Η αμερικανική Εθνική Διεύθυνση Υπηρεσιών Πληροφοριών (ODNI), στην οποία υπάγονται οι 17 υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας αναφέρει σε ανακοίνωσή της πως οι ΗΠΑ «θα απαντήσουν με τον αρμόζοντα τρόπο» στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της μέσω των διπλωματικών διαύλων. «Οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι ασυνήθεις στις διεθνείς σχέσεις» δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Τζον Κέρι. Το 2003, η ΕΕ είχε πράγματι επιβεβαιώσει την ανακάλυψη ενός συστήματος τηλεφωνικών υποκλοπών στα γραφεία πολλών χωρών --μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Βρετανία, η Αυστρία και η Ιταλία-- στην έδρα του Συμβουλίου αλλά είναι άγνωστο εάν πρόκειται για την ίδια υπόθεση, καθώς η έρευνα της βελγικής δικαιοσύνης δεν είχε καταλήξει σε συμπέρασμα.
