Από εφευρετικός επιχειρηματίας των νέων τεχνολογιών και συγκεκριμένα του διαδικτυακού εμπορίου, μιντιακός βαρόνος. Ο λόγος για το μεγάλο αφεντικό της Amazon, τον Τζεφ Μπέζος, ο οποίος αγόρασε μία από τις εμβληματικότερες εφημερίδες της Αμερικής, την ιστορική Washington Post, έναντι 250 εκατομμυρίων δολαρίων (189 εκατ. ευρώ).
Η ανακοίνωση αιφνιδίασε τους πάντες και έχει προκαλέσει τεράστια αναστάτωση σε ολόκληρη την βιομηχανία του Τύπου στις Ηνωμένες πολιτείες, καθώς έρχεται μόλις λίγες μέρες μετά την πώληση της Boston Globe από την New York Times Co. στον ιδιοκτήτη των Ρεντ Σοξ (η ομάδα μπέιζμπολ της Βοστώνης), Τζον Χένρι, για το ποσό των… 70 εκατ. δολαρίων. Για να καταλάβετε το μέγεθος των χρημάτων που δαπάνησε ο Τζεφ Μπέζος αρκεί να σας πούμε πως τα 250 εκατ. δολάρια αναλογούν στο… ένα(!) τοις εκατό του συνολικού πλούτου του, όπως τον αποτίμησε το περιοδικό Bloomberg (25 δισ. δολάρια). Οι τιμές πωλήσεων τόσο της επικής Washington Post όσο και της Boston Globe αναδεικνύουν την φρικτή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πάλαι ποτέ Κολοσσοί της αμερικανικής ενημέρωσης.
Πρόκειται για ένα πραγματικό τέλος εποχής. Η οικογένεια Γκράχαμ είχε την ιδιοκτησία της Post για τέσσερις ολόκληρες γενιές και οδήγησε την εφημερίδα στην εθνική και παγκόσμια της καταξίωση μέσω ερευνητικής δημοσιογραφίας, όπως το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, το οποίο αποκαλύφθηκε από τους Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστάιν, δημοσιογράφους της εφημερίδας, το 1972.
Όμως, παρότι το κτίριο της Post στην πρωτεύουσα της Αμερικής είναι γεμάτο με ερευνητές δημοσιογράφους ούτε ένας δεν πήρε μυρωδιά το deal με τον Τζεφ Μπέζος. Όλοι το έμαθαν όταν η συμφωνία είχε πλέον επιτευχτεί. Ο ιδιοκτήτης Ντόναλντ Ε. Γκράχαμ ήταν πολύ ειλικρινής. «Η Post θα μπορούσε να έχει επιβιώσει με το ίδιο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Άλλα θέλαμε κάτι παραπάνω από το να επιβιώνει».
Η αλλαγή από το χαρτί στον ψηφιακό κόσμο δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί πιο γλαφυρά απ’ ότι στα μεγάλα ονόματα του αμερικανικού Τύπου, καθώς η Post δεν είναι η πρώτη εφημερίδα με τεράστια επιρροή στη δημόσια σφαίρα των ΗΠΑ που αλλάζει χέρια. Το 2007 ήταν δύο άλλες «οικογενειακές» εφημερίδες που άλλαζαν χέρια. Η οικογένεια Μπάνκροφτ πουλούσε την Wall Street Journal και την Dow Jones στον μεγιστάνα του Τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ που ενδυνάμωνε την παρουσία του στην Αμερική. Τελευταία των δεινοσαύρων έμεινε η οικογένεια Σουλτσμπέργκερ, στην οποία ανήκουν οι New York Times.
Γιατί είναι σημαντικό;
Το αφεντικό της Amazon δεν είναι εφευρέτης, όμως έχει ήδη αλλάξει τον κόσμο μας. Ήταν η Amazon αυτή που συνέλαβε και δημιούργησε το Kindle e-reader, μεταβάλλοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα βιβλία, τον τρόπο που τα διαβάζουμε και τον τρόπο που αυτά διανέμονται.
Μπορεί άραγε να κάνει κάτι αντίστοιχο στον χώρο του Τύπου; Δηλαδή, όντας ήδη εξοικειωμένοι με την ηλεκτρονική μορφή του Τύπου υπάρχει κάτι που μπορεί να αλλάξει ξανά εξ ολοκλήρου το παιχνίδι; Λίγους μήνες πριν η Amazon είχε αρχίσει να πειραματίζεται με την παράδοση ημέρας, κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της Post, όμως αυτό δεν θα αποτελέσει μία πραγματική καινοτομία. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο ίδιος ο Μπέζος δεν θα ασχολούνταν με ένα χώρο στον οποίο θα πρέπει να «υπακούσει» στην πεπατημένη. Θέλει σίγουρα να την δημιουργήσει. Άρα, ίσως πολύ σύντομα να φτάσει σε κάποιου είδους επαναστατικό μοντέλο εφημερίδας, κάτι για το οποίο είναι ιδιαίτερα διψασμένα τα έντυπα των ΗΠΑ.
Πιθανώς λοιπόν, το όραμα του Μπέζος να διαφοροποιήσει εκ νέου τον χώρο της έντυπης ενημέρωσης. Η ήδη υπάρχουσα «επανάσταση» όμως είναι άλλη. Όπως το θέτουν οι New York Times, οι εφημερίδες πλέον είναι «τα τρόπαια των δισεκατομμυριούχων». Ο συνδυασμός του κύρους και της εξουσίας που δίνουν τα έντυπα μέσα (κάτι που ακόμη δεν έχει αλλάξει παρά την ύπαρξη του διαδικτύου) έχουν προκαλέσει την εξής μετατόπιση: όπως εξηγεί ο αναλυτής Κεν Ντόκτορ στους Τάιμς «οι εφημερίδες έχουν περάσει στα χέρια σχετικά λίγων δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι έχουν όρεξη για ανάληψη ρόλων είτε στην κοινωνική, είτε στην αστική, είτε στην οικονομική δημόσια σφαίρα». Οι οργανισμοί ενημέρωσης μεγεθύνονται, περνούν σε ολοένα και λιγότερα χέρια, πατούν όποιον μικρότερο βρουν στο διάβα τους και τα νέα προβλήματα είναι μονάχα μπροστά μας.