Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
«Μετά την απόφαση του δικαστή Γκριέζα η αναδιάρθρωση δημόσιου χρέους γίνεται σχεδόν αδύνατη»
Ο διάσημος Νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς δεν μάσησε τα λόγια του: «Η Αμερική πέταξε μία βόμβα στα θεμέλια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος». Πράγματι, στην «καρδιά» του χρηματοπιστωτικού μας σύμπαντος, τη Νέα Υόρκη, ένας δικαστής, ονόματι Τόμας Γκριέζα, εξεβίασε μία κυρίαρχη χώρα: είτε πληρώνετε μέχρι τελευταίο σεντ τους «γύπες» των αγορών, είτε χρεοκοπείτε.
«Δεν είμαστε Αργεντινή», διακήρυξε μόλις χθες ο πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, καθώς η τραγωδία της συγκεκριμένης χώρας έχει εδώ και χρόνια γίνει, στην Ελλάδα, πεδίο διακωμώδησης, χαιρεκακίας και εκφοβισμού. Ωστόσο, ο Α. Σαμαράς κάνει λάθος: Η απόφαση του δικαστή Τόμας Γκριέζα μπορεί να μετατρέψει οποιαδήποτε χώρα σε Αργεντινή. «Όλοι οι επενδυτές κρατικών ομολόγων γνωρίζουν πως υπάρχει το ρίσκο της χρεοκοπίας – εξ ου και τα ομόλογα (της Αργεντινής για παράδειγμα) πληρώνουν μεγαλύτερο επιτόκιο από τα ομόλογα των ΗΠΑ.
Όμως, όποιος αγοράζει ομόλογα μετά την ανακοίνωση μίας χώρας πως προχωρά σε κούρεμα χρέους, γνωρίζει με σιγουριά πως αυτά δεν θα αποπληρωθούν στο ακέραιο, εκτός αν χειραγωγήσει το νομικό σύστημα», γράφει ο Τζ. Στίγκλιτς σε άρθρο του στους Τάιμς της Νέας Υόρκης.
«Στη δεκαετία του 1980, όταν τα κρατικά χρέη βρίσκονταν στα χέρια τραπεζών, οι αναδιαρθρώσεις γίνονταν σχετικά ομαλά. Όμως, με την ανάπτυξη των αγορών κεφαλαίου, τα ζητήματα αυτά έχουν γίνει πιο δύσκολα, όπως επανειλημμένα έχουμε δει», μας λέει εξηγώντας μας πως η χρεοκοπία της Αργεντινής αφορά όλο τον κόσμο: «Μετά την απόφαση του δικαστή Γκριέζα η αναδιάρθρωση δημόσιου χρέους γίνεται σχεδόν αδύνατη». Για να αντιληφθούμε τι ακριβώς διακυβεύτηκε και τι αποφασίστηκε πρέπει να γυρίσουμε 13 χρόνια πίσω.
Η χρεοκοπία του 2001
Το 2001, η Αργεντινή ανακοινώνει πως αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της, ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τρομαγμένοι οι ομολογιούχοι της χώρας τρέχουν να ξεφορτωθούν τα ομόλογα σε τιμές όσο όσο. Εκεί, στη δευτερογενή αγορά, τους περιμένει ο «γύπας» Πολ Σίνγκερ, μαζί με άλλους του σιναφιού του. Αγοράζουν, λοιπόν, αργεντίνικα ομόλογα στο 10% της αξίας τους και μετά… περιμένουν. Περνούν, λοιπόν, τέσσερα χρόνια και εν έτει 2005 η Αργεντινή ανακοινώνει «κούρεμα» των ομολόγων της τάξεως του 70%. Ο τρόπος που θα γινόταν αυτό είναι μέσω της έκδοσης νέων ομολόγων σε δύο δόσεις, το 2005 και το 2010. Η συντριπτική πλειοψηφία των ομολογιούχων συμφώνησαν με την αργεντίνικη κυβέρνηση. Εκτός από το 7% των ομολογιούχων. Γνωρίζοντας πως ακόμη και με αυτή τη συμφωνία εξασφάλιζαν κέρδος 20-30%, οι «γύπες» έχοντας χρόνο και χρήμα στη διάθεσή τους, αρνήθηκαν τη συμφωνία που τους πρότεινε η Αργεντινή.
Πεπεισμένοι πως μπορούν να αναγκάσουν την Αργεντινή σε πλήρη αποπληρωμή των ομολόγων που είχαν στην κατοχή τους, οι «γύπες» έβαλαν στο μάτι την περιουσία της χώρας ανά τον κόσμο. Το 2012, το fund NML Capital (θυγατρική του Elliott Capital) του Πολ Σίνγκερ καταφέρνει να κατάσχει, με απόφαση τοπικού δικαστηρίου της Γκάνας, το ιστορικό αργεντίνικο πλοίο Λιμπερδάδ στο λιμάνι Τέμα. Το σκεπτικό της απόφασης είναι πως η Αργεντινή χρωστά στο fund 370 εκατομμύρια δολάρια. Το Μπουένος Άιρες, όμως, δεν κάνει πίσω. Η Κριστίνα Κίρχνερ διακηρύττει: «Όσο είμαι εγώ Πρόεδρος, μπορούν να κρατήσουν τη φρεγάτα όμως κανείς δεν θα δεσμεύσει την ελευθερία, την κυριαρχία και την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας». Λίγους μήνες μετά, ο Σίνγκερ αναγκάζεται σε ήττα. Το Διεθνές Δικαστήριο του ΟΗΕ, με έδρα το Αμβούργο, αποφασίζει πως «η Γκάνα οφείλει την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση της φρεγάτας Λιμπερδάδ».
Ο επίμονος δικαστής
Αμερικανικές «δαγκάνες»
Την απόφαση του Γκριέζα επικύρωσε και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, οδηγώντας την Αργεντινή σε μία νέα χρεοκοπία. Επί της ουσίας, όμως, μονάχα ένας Αμερικανός δικαστής θα είχε τη δύναμη του Γκριέζα να λάβει μία τέτοια απόφαση. Ο λόγος είναι απλός: Ο Γκριέζα αποφάνθηκε πως όποιος χρηματοπιστωτικός οργανισμός μεταφέρει χρήματα από την Αργεντινή προς τους ομολογιούχους (που είχαν δεχτεί το κούρεμα) θα δρα σε περιφρόνηση της απόφασής του. Όπως σημειώνουν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης «όσες τράπεζες θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν στην Αμερική δεν μπορούν να ρισκάρουν να αγνοήσουν μία απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου». Έτσι, κι έγινε με την Bank of New York Mellon όταν η Αργεντινή κατέθεσε 539 εκατομμύρια δολάρια για αποπληρωμή ομολόγων (που είχαν υποστεί κούρεμα) και η τράπεζα αρνήθηκε να τα μεταφέρει στους ομολογιούχους.
Η απόλυτη ισχύς
«Μία μικρή ομάδα επίδικων hedge fund μπορεί να έχει εγκαινιάσει μία νέα πιο αυστηρή εποχή για τις αγορές χρέους, κάνοντάς το αδύνατο για μία χώρα να σταθεί στα πόδια της μετά από μία οικονομική κρίση», είναι το συμπέρασμα των αμερικανικών Τάιμς της Νέας Υόρκης για το πώς η απόφαση μπορεί να επηρεάσει όλες τις χώρες του κόσμου. Πράγματι, ενώ η κρίση έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της στην παγκόσμια οικονομία, με χώρες να βυθίζονται, στα χρέη, μία τέτοια απόφαση δημιουργεί 1) αίσθηση παντοδυναμίας στους «γύπες» έναντι των υπερχρεωμένων χωρών και 2) εκ νέου απώλεια της εθνικής κυριαρχίας των κρατών επί των ίδιων τους των ομολόγων. Γιατί, όμως, συνέβη αυτό τώρα, 13 χρόνια μετά τη χρεοκοπία της Αργεντινής; Όπως γράφει ο καθηγητής του Χάρβαρντ (και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ), Κένεθ Ρογκόφ, «είναι φανερό πως οι αμερικανικές αρχές πιστεύουν πως σε κάποιες περιπτώσεις η γεωπολιτική κερδίζει την οικονομία» και αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ βρίσκονται στην απόλυτή τους αντεπίθεση. Από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, μέχρι τις κυρώσεις στον Πούτιν ή τη δικαίωση των κερδοσκόπων και την ταπείνωση της Αργεντινής, ο Λευκός Οίκος διατρανώνει την ισχύ του.