Οι μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν τις τελευταίες ημέρες αρκετές περιοχές της Ελλάδας δεν αποτελούν μόνο ένα ακόμη πλήγμα από φυσική καταστροφή, αλλά φέρνουν στο προσκήνιο και τις χρόνιες αδυναμίες των υποδομών σε αρκετά δημοφιλή νησιά.
Όπως αναφέρει ανάλυση των Financial Times, η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη των τελευταίων ετών σε πολλές περιοχές προχώρησε με ταχύτερους ρυθμούς από την ενίσχυση βασικών υποδομών, δημιουργώντας αυξημένες πιέσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η διαχείριση απορριμμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Πάρο, όπου η πυρκαγιά που ξεκίνησε στον χώρο του ΧΥΤΑ εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα περιστατικά του φετινού καλοκαιριού. Η υπόθεση οδήγησε στη σύλληψη του δημάρχου και άλλων στελεχών του δήμου στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, ενώ όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι μετά τις απολογίες τους. Η έρευνα για τα αίτια της φωτιάς βρίσκεται σε εξέλιξη.
Τα ερωτήματα γύρω από τη φωτιά στην Πάρο
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, η φωτιά φέρεται να ξεκίνησε μέσα σε περιφραγμένο τμήμα του ΧΥΤΑ, όπου είχαν συγκεντρωθεί ανακυκλώσιμα υλικά, κλαδιά και οικιακά απορρίμματα.
Οι αρχές εξετάζουν εάν η πυρκαγιά συνδέεται με συσσωρευμένους όγκους ανακυκλώσιμων υλικών, οι οποίοι παρέμεναν στον χώρο μετά τη διακοπή λειτουργίας του ιδιωτικού κέντρου διαλογής ανακυκλώσιμων αποβλήτων του νησιού την περασμένη άνοιξη.
Μέχρι να βρεθεί νέα λύση, τα υλικά αποθηκεύονταν προσωρινά δίπλα στον ΧΥΤΑ, με στόχο τη μεταφορά τους στην Αθήνα.
Το δημοσίευμα σημειώνει ότι ο συγκεκριμένος χώρος είχε ήδη φτάσει στα όρια της χωρητικότητάς του από το 2022, σύμφωνα με έγγραφα της αρμόδιας περιφερειακής αρχής διαχείρισης αποβλήτων.
Προειδοποιήσεις από κατοίκους
Κάτοικοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν στους Financial Times ότι είχαν επισημάνει επανειλημμένα τους κινδύνους από την κατάσταση στον χώρο.
Όπως αναφέρουν, δεν ήταν η πρώτη φορά που εκδηλωνόταν φωτιά στον ΧΥΤΑ, ενώ εύφλεκτα υλικά παρέμεναν συγκεντρωμένα χωρίς επαρκή μέτρα προστασίας. Κατά την εκτίμησή τους, ένα σοβαρό περιστατικό ήταν αναμενόμενο.
Η πίεση του υπερτουρισμού στις υποδομές
Η Πάρος παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων που δημιουργεί η εκρηκτική τουριστική ανάπτυξη.
Το νησί έχει μόνιμο πληθυσμό περίπου 15.000 κατοίκους, ωστόσο κάθε χρόνο δέχεται περίπου ένα εκατομμύριο επισκέπτες μέσω αεροδρομίου και λιμανιού.
Η έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η άνοδος της κατανάλωσης έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αποβλήτων, από οικοδομικά υλικά και παλιές ηλεκτρικές συσκευές έως πράσινα απορρίμματα, επιβαρύνοντας ένα ήδη πιεσμένο σύστημα διαχείρισης.
Αυτοδιοικητικοί παράγοντες στις Κυκλάδες επισημαίνουν ότι οι υφιστάμενες υποδομές ανακύκλωσης δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των νησιών, υποστηρίζοντας ότι άλλες ευρωπαϊκές περιοχές με υψηλή τουριστική κίνηση διαθέτουν πιο αποτελεσματικά συστήματα.
Πυρκαγιές σε πολλές περιοχές της χώρας
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η Πάρος δεν ήταν η μόνη περιοχή που βρέθηκε αντιμέτωπη με τις καταστροφικές πυρκαγιές.
Οι ισχυροί άνεμοι συνέβαλαν στην εξάπλωση των μετώπων στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Άνδρο και τη Λέσβο, προκαλώντας ζημιές σε δασικές εκτάσεις, αγροτικές περιοχές και φυσικά οικοσυστήματα, η αποκατάσταση των οποίων αναμένεται να απαιτήσει πολλά χρόνια.
Στην Κρήτη, σύμφωνα με το δημοσίευμα, κάηκαν χιλιάδες στρέμματα, ενώ χιλιάδες κάτοικοι και επισκέπτες απομακρύνθηκαν προληπτικά από τις επικίνδυνες περιοχές. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων δύο πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους.
Νέες μονάδες διαχείρισης απορριμμάτων έως το 2030
Το υπουργείο Περιβάλλοντος αναφέρει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ο σχεδιασμός νέας μονάδας ανάκτησης και ανακύκλωσης αποβλήτων στην Πάρο, μέσω σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Αντίστοιχες εγκαταστάσεις προγραμματίζονται και για τη Μύκονο και τη Σύρο.
Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων, Μανώλη Γραφάκο, οι νέες υποδομές αναμένεται να λειτουργήσουν έως το 2030.
Μέχρι τότε, όπως επισημαίνεται, η αποτελεσματική και αυστηρή διαχείριση των απορριμμάτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον περιορισμό των κινδύνων τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη δημόσια ασφάλεια.