Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Τι χειμώνα αναμένουμε στην Ελλάδα - Τι δείχνουν ως τώρα τα εποχικά μοντέλα

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Τι απαντάει για τον καιρό που αναμένουμε τον χειμώνα αλλά και για και σχετικά με το ενδεχόμενο χιονοπτώσεων στη Θεσσαλονίκη η καθηγήτρια του τμήματος μετεωρολογίας και κλιματολογίας του ΑΠΘ, κυρία Χριστίνα Αναγνωστοπούλου

Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»

Σχετικά φυσιολογικές θερμοκρασίες αναμένονται φέτος τον χειμώνα στην Ελλάδα, καθώς σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ενδείξεις των εποχικών μοντέλων, θα κινηθούν ελαφρώς πάνω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα.

Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με την κ. Χριστίνα Αναγνωστοπούλου, καθηγήτρια του τμήματος μετεωρολογίας και κλιματολογίας του ΑΠΘ, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, οι θερμοκρασίες αναμένεται να κινηθούν ως 1 βαθμό πάνω.

Σχετικά με το αν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι «πολικός» ή ασυνήθιστα ψυχρός είπε:

«Αυτό που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές κατηγορίες εκτίμησης του καιρού και του κλίματος.

Η πρώτη είναι η μετεωρολογική πρόγνωση, που αφορά τις επόμενες ημέρες - μιλάμε δηλαδή για ένα χρονικό διάστημα 3, 5 ή 15 ημερών. Αυτή βασίζεται σε αριθμητικά μοντέλα πρόγνωσης καιρού και μας δίνει τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα κλιματικά μοντέλα, τα οποία επιχειρούν να εκτιμήσουν το πώς θα αλλάξει το κλίμα σε βάθος δεκαετιών - για παράδειγμα, πώς θα είναι οι συνθήκες το 2060 ή το 2070.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατηγορίες υπάρχει και μια τρίτη: τα μοντέλα εποχικής πρόγνωσης. Αυτά προσπαθούν να εκτιμήσουν τις τάσεις για τους επόμενους μήνες, δηλαδή αν μια περίοδος θα είναι γενικά θερμότερη/ψυχρότερη ή ξηρότερη/υγρότερη από το κανονικό. Ωστόσο, δεν έχουν την ακρίβεια ενός μετεωρολογικού μοντέλου και δεν μπορούν να προβλέψουν για συγκεκριμένες ημερομηνίες  τη  θερμοκρασία ή τη βροχόπτωση.

Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα εποχικά μοντέλα, δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή κάποια ένδειξη ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι ασυνήθιστα ψυχρός. Για την Ευρώπη και ειδικότερα για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι θερμοκρασίες θα κινηθούν περίπου 0,5 έως 1 βαθμό πάνω από τα κανονικά επίπεδα.

Φυσικά, αυτό αφορά τη γενική τάση της εποχής - δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν κάποιες πιο ψυχρές ημέρες ή περίοδοι μέσα στον χειμώνα».

Η κ. Αναγνωστοπούλου αναφέρθηκε και στο κατά πόσο είναι «σταθερά» τα προγνωστικά μοντέλα για περιόδους 3-6 μηνών και αν μπορούμε να εμπιστευτούμε εκτιμήσεις τόσο νωρίς λέγοντας:

«Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε επίπεδο αξιοπιστίας 90%. Συνεχίζουμε να κάνουμε μελέτες και βελτιώσεις, και σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η αξιοπιστία των εποχικών προβλέψεων κυμαίνεται γύρω στο 70-80%. Με αυτή την ακρίβεια, ένα μοντέλο μπορεί να εκτιμήσει με αρκετή βεβαιότητα, για παράδειγμα, την πορεία ενός βαρομετρικού συστήματος ή τις γενικές τάσεις του καιρού για μια περίοδο.

Σκεφτείτε πόσο χρήσιμα θα ήταν αυτά τα δεδομένα αν μπορούσαν να αξιοποιηθούν πιο στοχευμένα — από τους αγρότες, για να οργανώσουν τις καλλιέργειες και την άρδευση, ή από τον τουριστικό τομέα, ακόμη και για τη διαχείριση των πυρκαγιών.

Παλαιότερα, αυτού του είδους οι εκτιμήσεις είχαν αξιοπιστία γύρω στο 50-60%, οπότε βλέπουμε μια σημαντική πρόοδο. Μέχρι πρόσφατα, τα μοντέλα αυτά επικεντρώνονταν κυρίως στη «μέση κατάσταση» - δηλαδή στη μέση θερμοκρασία ή τη μέση βροχόπτωση μιας περιόδου. Το επόμενο βήμα, και αυτό που μας ενδιαφέρει πλέον περισσότερο, είναι να εκτιμούμε καλύτερα τις ακραίες καταστάσεις: για παράδειγμα, τις περιόδους με πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, ή τα ακραία φαινόμενα».

Αυτή την περίοδο συμμετέχουμε και σε ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα PREVENT που αφορά ακριβώς αυτό: τη βελτίωση των εποχικών προγνωστικών δεδομένων για τη Μεσόγειο, ώστε να αυξηθεί η αξιοπιστία και η χρησιμότητά τους.

Σχετικά με το αν υπάρχουν πιθανότητες να δούμε χιόνια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη η κ. Αναγνωστοπούλου σχολίασε:

«Προς το παρόν, με τα εποχικά μοντέλα πρόγνωσης που διαθέτουμε, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια αν και πότε θα έχουμε φαινόμενα όπως χιόνια στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη.

Αυτά τα μοντέλα μας δείχνουν μόνο τις γενικές τάσεις - δηλαδή αν μια περίοδος θα είναι πιο θερμή ή πιο ψυχρή από το κανονικό - αλλά όχι συγκεκριμένα γεγονότα ή ακραία φαινόμενα σε δεδομένες ημερομηνίες.

Για να έχουμε μια πιο ακριβή εικόνα για το αν και πότε θα σημειωθούν χιονοπτώσεις, πρέπει να βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά χρονικά στο φαινόμενο, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο της σύντομης μετεωρολογικής πρόγνωσης των επόμενων ημερών».

Μιλώντας για το ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον χειμώνα στη χώρα είπε:

«Ο χειμώνας στην Ελλάδα επηρεάζεται από έναν συνδυασμό μεγάλων ατμοσφαιρικών και ωκεάνιων διεργασιών, που καθορίζουν τη ροή των αερίων μαζών και την κατανομή των πιέσεων στην Ευρώπη.

Ένας από τους σημαντικούς παράγοντες είναι η πολική δίνη (Polar Vortex), δηλαδή το σύστημα πολύ ψυχρού αέρα που περιστρέφεται γύρω από τον Βόρειο Πόλο στη στρατόσφαιρα. Όταν η πολική δίνη είναι ισχυρή και σταθερή, συγκρατεί τις ψυχρές αέριες μάζες στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη, με αποτέλεσμα οι χειμώνες στη νότια Ευρώπη να είναι συνήθως ηπιότεροι. Αντίθετα, όταν αποδυναμώνεται ή διασπάται, τότε ψυχρές μάζες μπορούν να κινηθούν νοτιότερα — και σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πιθανό να έχουμε ψυχρές εισβολές και στην Ελλάδα.

Η θερμοκρασία της θάλασσας στη Μεσόγειο είναι ένας ακόμη παράγοντας.

Οι υψηλότερες θερμοκρασίες επιφανείας αυξάνουν τη διαθέσιμη υγρασία και ενέργεια στην ατμόσφαιρα, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τη δραστηριότητα βαρομετρικών χαμηλών, κυρίως το φθινόπωρο, όπως είδαμε με τον «Ντάνιελ». Τον χειμώνα, η επίδραση αυτή μειώνεται, αλλά μπορεί να επηρεάσει την ένταση και τη διάρκεια των κακοκαιριών.

Τέλος, κρίσιμο ρόλο παίζει η διάταξη των αντικυκλωνικών και κυκλωνικών συστημάτων στην Ευρώπη. Αν σχηματιστεί ένα αντικυκλωνικό σύστημα εμποδισμού στη δυτική ή βορειοδυτική Ευρώπη, τότε η φυσιολογική ροή των ατμοσφαιρικών συστημάτων από τα δυτικά προς τα ανατολικά «μπλοκάρεται». Έτσι, οι ψυχρές αέριες μάζες από τη βόρεια Ευρώπη ή τη Ρωσία μπορούν να κινηθούν νοτιότερα και να φτάσουν στα Βαλκάνια και την Ελλάδα, προκαλώντας ψυχρές εισβολές και χιονοπτώσεις.

Συνοψίζοντας, ο χειμώνας στη χώρα μας εξαρτάται από ένα πολύπλοκο πλέγμα αλληλεπιδράσεων - από την πολική δίνη και τα τροπικά φαινόμενα μέχρι τη θερμοκρασία των θαλασσών και τη θέση των συστημάτων πίεσης πάνω από την Ευρώπη».

Σχετικά με το αν η κλιματιή αλλαγή «παραμορφώνει» τις παραδοσιακές ενδείξεις και με ποιον τρόπο, ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Η κλιματική αλλαγή έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλει τις κλιματικές κανονικότητες στις οποίες βασίζονταν οι λεγόμενες «παραδοσιακές ενδείξεις» του καιρού. Καθώς η μέση θερμοκρασία της ατμόσφαιρας αυξάνεται, μεταβάλλεται και η συχνότητα και η ένταση των ακραίων φαινομένων - έχουμε, για παράδειγμα, πιο έντονες και πιο συχνές βροχοπτώσεις, αλλά και περιόδους έντονης ξηρασίας ή υψηλών θερμοκρασιών. Αυτές οι μεταβολές διαταράσσουν τα μοτίβα πάνω στα οποία στηρίζονταν οι εμπειρικές παρατηρήσεις του παρελθόντος.

Με απλά λόγια, το κλίμα “ξεφεύγει” από τα παλιά σταθερά πρότυπα, γι’ αυτό και οι παραδοσιακές μέθοδοι πρόγνωσης δεν μπορούν πλέον να αποδώσουν με την ίδια αξιοπιστία.

Αυτό που καταγράφουμε σήμερα, και που είναι το πιο χαρακτηριστικό αποτύπωμα της κλιματικής αλλαγής, είναι η μεταβολή των άκρων — δηλαδή των ακραίων φαινομένων».

Τέλος, για το αν υπάρχουν «μη κανονικές» τάσεις όπως οι θερμότερες χειμωνιάτικες μέρες και πώς ενσωματώνονται στις προβλέψεις είπε:

«Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε κάποιες μη κανονικές τάσεις που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές της κλιματικής αλλαγής.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά φαινόμενα είναι ότι, ενώ οι μέγιστες θερμοκρασίες δεν αυξάνονται πάντα θεαματικά, οι ελάχιστες θερμοκρασίες — δηλαδή αυτές της νύχτας — είναι σαφώς υψηλότερες από ό,τι παλαιότερα.

Αυτό σημαίνει ότι η ατμόσφαιρα δεν προλαβαίνει να ψυχθεί επαρκώς κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το φαινόμενο αυτό λειτουργεί αθροιστικά: κάθε μέρα, το περιβάλλον και οι επιφάνειες της πόλης «συσσωρεύουν» περισσότερη θερμότητα, αυξάνοντας τη θερμική επιβάρυνση και τη δυσφορία, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα οικοσυστήματα. Είναι αυτό που βιώνουμε τα καλοκαίρια όταν «δεν δροσίζει το βράδυ», αλλά πλέον εμφανίζεται και σε άλλες εποχές».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μελόνι: Ζητάει να δοθεί χάρη στον κοσμηματοπώλη που σκότωσε δύο ληστές
Πίεση σκοπεύει να ασκήσει η ιταλίδα πρωθυπουργός για την απονομή χάρης στον 72χρονο που έχει καταδικαστεί σε 14 χρόνια και 9 μήνες κάθειρξης
Μελόνι: Ζητάει να δοθεί χάρη στον κοσμηματοπώλη που σκότωσε δύο ληστές