Όπως υποστηρίζει η ΟΕΕΘ, οι προϋποθέσεις αυτές απειλούν να καταστήσουν τη ρύθμιση εντελώς ανενεργή. "Ζητήσαμε [...] η ρύθμιση να είναι σε 100 δόσεις και χωρίς προϋποθέσεις, ώστε να επιφέρει τις προσδοκώμενες εισπράξεις για την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η πρόταση αυτή [...] δεν έγινε δεκτή [...] Αντί να διευκολύνει τους οφειλέτες να ρυθμίσουν τα χρέη τους [...] λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την κρίση που διέρχονται, το ίδιο το Υπουργείο παρεμβάλλει μεγάλα εμπόδια και η γραφειοκρατία καλά κρατεί" υπογραμμίζεται.
Η ΟΕΕΘ αναφέρεται και στη διαφαινόμενη πρόθεση του οικονομικού επιτελείου να απαλλάξει από τη φορολογία ακινήτων τα καλλιεργούμενα κτήματα.
Η επιστολή αναλυτικά είναι η παρακάτω: «Με το έγγραφό μας αυτό, θέλουμε να επανέλθουμε σε ένα καυτό, για τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, θέμα που αφορά την ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του έτους 2012 προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία σε 48 μηνιαίες δόσεις.
» Επαναλαμβάνουμε, όπως και με προηγούμενα έγγραφα, ότι η ρύθμιση αυτή δεν λύνει το εισπρακτικό πρόβλημα για έναν και κύριο λόγο: Οι επιχειρήσεις αυτές, λόγω της βαριάς ύφεσης, της σκληρής λιτότητας και των φορομπηχτικών μέτρων αδυνατούν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, να ανταπεξέλθουν στις πάσης φύσεως οικονομικές τους υποχρεώσεις, διότι ο τζίρος τους αφανίζεται και η αγορά συνεχώς βουλιάζει.
» Ζητήσαμε, ως εκ τούτου, κατά την επεξεργασία του σχετικού νόμου η ρύθμιση να είναι σε 100 δόσεις και χωρίς προϋποθέσεις, ώστε να επιφέρει τις προσδοκώμενες εισπράξεις για την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η πρότασή μας αυτή, που ήταν και πρόταση γενικά του συνδικαλιστικού μας κινήματος, δεν έγινε δεκτή λόγω της Τρόικα αλλά το χειρότερο είναι ότι και η ρύθμιση των 48 δόσεων κινδυνεύει να καταστεί τελείως ανενεργός, αφού οι προϋποθέσεις που τίθενται για την υπαγωγή σε αυτήν είναι τελείως παράλογες και τορπιλίζουν τον σκοπό της ρύθμισης.
Αντί να διευκολύνουν τους οφειλέτες να ρυθμίσουν τα χρέη τους, μέσα στα πλαίσια της φοροδοτικής τους ικανότητας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την κρίση που διέρχονται, το ίδιο το Υπουργείο παρεμβάλλει μεγάλα εμπόδια και η γραφειοκρατία καλά κρατεί.
» Επομένως, θα θέλαμε και τώρα να ζητήσουμε την άμεση κατάργηση των προϋποθέσεων που ορίζει η απόφαση της ρύθμισης γιατί σε διαφορετική περίπτωση πιστεύουμε ότι και η ρύθμιση αυτή θα έχει την αποτυχία των μέχρι σήμερα ρυθμίσεων, την οποία και θα πρέπει να αποφύγετε.
» Θέλουμε, επίσης, να επισημάνουμε ότι, κατά πληροφορίες, το Οικονομικό Επιτελείο του Υπουργείου προσανατολίζεται στο να απαλλάξει από την φορολογία ακινήτων τα καλλιεργούμενα αγροκτήματα.
» Εμείς δεν θα διαφωνήσουμε ως προς τούτο, ωστόσο δεν συμφωνούμε και με την εύκολη λύση, δηλαδή την αναλογία από την φορολογία των αγροκτημάτων να την επιβαρυνθούν εξ’ ολοκλήρου τα αστικά ακίνητα.
» Θα είναι μια νέα υπερφορολόγηση των ακινήτων και μια δυσμενής μεταχείριση για όσους επένδυσαν τις οικονομίες τους στα ακίνητα, που μέχρι πρότινος αποτελούσαν ένα σοβαρό πυλώνα ανάπτυξης για την οικονομία.
» Θα προτείνουμε να βρεθεί άλλη λύση, διότι τα υπερχρεωμένα πλέον ακίνητα ούτε θα πωλούνται, ούτε θα αγοράζονται, ούτε θα ενοικιάζονται και το Κράτος θα απωλέσει ένα σοβαρό έσοδο από τις μεταβιβάσεις των ακινήτων αυτών.
» Τελειώνοντας, θέλουμε να πιστεύουμε ότι το θέμα της φορολογίας των ακινήτων θα πρέπει να επανεξετασθεί εξ’ υπαρχής, διότι είναι άδικο και αντιαναπτυξιακό τα ακίνητα να είναι στο στόχαστρο της Κυβέρνησης για την είσπραξη εσόδων, που τελικά δεν θα μπορεί να εισπράξει. Το κονδύλιο των 3,2 δις ετησίως, που αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση, θα πρέπει να αναθεωρηθεί στην βάση του ως ιδιαίτερα δυσμενές για τον ελληνικό λαό».