Του ΣΩΤΗΡΗ ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜΟΠΟΥΛΟΥ
Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός είχα ακούσει άπειρες φορές το «δεν είμαι ρατσιστής. Δεν έχω πρόβλημα με τους μαύρους». Φυσικά και δεν είχε κανείς πρόβλημα με τους μαύρους, αφού τότε ο μοναδικός μαύρος που υπήρχε στην Ελλάδα ήταν ο Μπατίστα, ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ. Ταυτίζαμε το ρατσισμό με την Κου Κλουξ Κλαν και κοιμόμασταν τον ύπνο του δικαίου, θεωρώντας πως ο μοναδικός φυλετικός ρατσισμός που υπάρχει είναι απέναντι στους μαύρους. Μετά ανοίξανε τα σύνορα της Αλβανίας κι έπεσαν οι μάσκες. Και μετά ήρθαν διάφορες φυλές και πλέον η Κου Κλουξ Κλαν δεν φαντάζει ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Ως άνθρωποι εθελοτυφλούμε, στρουθοκαμηλίζουμε κι έχουμε ελαττωματική ικανότητα αυτοκριτικής. Ακόμα μια φοβερή ατάκα που ανέκαθεν ακουγόταν, αλλά πλέον ακούγεται συχνότερα λόγω του επερχόμενου Φεστιβάλ Υπερηφάνειας είναι η εξής: «Δεν έχω πρόβλημα με τους γκέι, ας κάνουν ό,τι θέλουν στο σπίτι τους». Αυτή η ατάκα έχει αποκτήσει έξτρα δημοσιότητα, αφού πέρα από αγαπημένη ατάκα της «ανοιχτόμυαλης» μάζας (της ίδιας μάζας που όταν γινόταν ο χαμός με τις ταυτότητες, θεωρούσε πως έβρισκε τη χρυσή τομή υποστηρίζοντας πως η αναγραφή του θρησκεύματος στην ταυτότητα έπρεπε να είναι προαιρετική), είναι η αγαπημένη καραμέλα τραγουδιστών, ηθοποιών, τηλεπαρουσιαστών και βάλε. Το πρώτο βήμα, νομίζω, είναι να σταματήσουμε να θεωρούμε όλοι τους εαυτούς μας «ανοιχτόμυαλους». Δεν είμαστε ανοιχτόμυαλοι. Σε όλους μας χωράει μια διεύρυνση των οριζόντων. Δεν κατέχουμε τη Γνώση. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουμε;
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει προκατάληψη με τους γκέι, λένε, δεν υπάρχει λόγος να διαμαρτύρονται/γιορτάζουν οι ομοφυλόφιλοι στους δρόμους. Προφανώς δεν καταλαβαίνουν πως η αγαπημένη τους ατάκα υποδεικνύει πως αντιλαμβάνονται την ομοφυλοφιλία ως μια αρρώστια (ενώ θεωρούν τους εαυτούς τους «υγιείς») ούτε δυστυχώς υπάρχει ένας μετρητής για να δείξει πόσες χιλιάδες φορές έχει ο καθένας μιλήσει με υποτιμητικό τρόπο για τη σεξουαλική ταυτότητα του συνανθρώπου του. Προφανώς επίσης δεν θυμούνται στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο εκείνα τα παιδιά που τους είχε γίνει η ζωή κόλαση από τα άλλα τα «υγιή» παιδιά ούτε θυμούνται τότε που είπαν… χαριτολογώντας: «αν το παιδί μου γίνει πούστης, θα πεθάνω». Και προφανώς δεν μπορούν να φανταστούν πώς είναι να νιώθεις την απόρριψη από τους ίδιους τους γονείς σου ούτε πώς είναι να μην μπορείς να εκφράσεις την αγάπη σου πιάνοντας το χέρι του συντρόφου σου γιατί… χαλάς την αισθητική των άλλων.
Αν το να βλέπεις δυο οποιουσδήποτε ανθρώπους χέρι-χέρι (μια χειρονομία αγάπης και συντροφικότητας, του ευγενέστερου δηλαδή των συναισθημάτων) σου χαλάει την αισθητική, κοίτα τον εαυτό σου και δες τι φταίει. Το πρόβλημα το έχεις εσύ. Στο μυαλό του μεσοβέζη Έλληνα αφού δεν χτυπάμε τους γκέι με σιδερολοστούς, τότε δεν υπάρχει και ρατσισμός. Τόσο απλά. Το πρόβλημα φυσικά δεν λύνεται με μια παρέλαση. Όσο κι αν νομίζουμε ότι τα ήθη έχουν απελευθερωθεί, στην πραγματικότητα το σεξ αποτελεί ταμπού. Το πολύ απλό παράδειγμα είναι πως αν δάσκαλος σε σχολείο προσπαθήσει να κάνει μια ανοιχτή συζήτηση σεξουαλικού προσανατολισμού με σοβαρό τρόπο, οι πιθανότητες λένε ότι κάποιοι πεφωτισμένοι γονείς θα τον σκίσουν.
Όσο για το Φεστιβάλ Υπερηφάνειας, η αλήθεια είναι πως δυσανασχετώ. Ναι, από τη μια καλό είναι που υπάρχει στο συντηρητικό μετα-μεσαίωνα που ζούμε. Ίσως κάποιοι ξυπνήσουν. Ίσως κάποιοι νιώσουν πιο άνετα. Ίσως κάποιοι κλειστούν περισσότερο στο καβούκι τους. Δεν ξέρω. Από την άλλη, όμως, αυτό που ξέρω είναι πως τονίζοντας το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, παραμένεις διαφορετικός. Το θέμα δεν είναι να αποδεχθείς το διαφορετικό ούτε να θεωρείς τον εαυτό σου «διαφορετικό». Το θέμα είναι να μην θεωρείς κάτι ως διαφορετικό. Είμαστε όλοι ίσοι. Τελεία. Αλλά ο δρόμος προς μια τέτοια αντίληψη είναι μακρύς, πολυετής και γεμάτος από μικρές ουτοπίες. Δεν έχει σημασία. Αν δεν προσπαθείς, δεν εξελίσσεσαι. Και δίχως εξέλιξη, δεν θα επιβιώσουμε.