Ειδικότερα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, από το υπουργείο, με σχετικό έγγραφο, επισημαίνουν ότι με βάση το νόμο του 2ου Μνημονίου (4046/2012), «μετά την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν μόνο οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις συλλογικές συμβάσεις που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα».
Κατά συνέπεια, «οι μη μισθολογικοί όροι των συμβάσεων που έχουν λήξει και έχει παρέλθει και η παράταση ισχύος τους μπορούν να μεταβληθούν με νέα συλλογική σύμβαση καθώς και με ατομική σύμβαση εργασίας με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζόμενου».
Ειδικότερα, για τον κλάδο των επισιτιστικών καταστημάτων, από τον οποίο υποβλήθηκε και το σχετικό ερώτημα το υπουργείο Εργασίας αναφέρει ότι η ισχύς της κλαδικής σύμβασης έχει λήξει από τις 14/8/2012 και για τους νεοπροσλαμβανόμενους με ατομική σύμβαση μπορεί να συμφωνηθεί η εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία. Για τους παλαιούς εργαζομένους ισχύουν οι ρυθμίσεις της κλαδικής σύμβασης για πενθήμερη εργασία, με δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης.
Για «ψευδοερμηνείες» μιλά η ΓΣΕΕ
Η ΓΣΕΕ με χθεσινή της ανακοίνωση, κάνει λόγο για «ψευδοερμηνείες». Ειδικότερα τονίζει: «Η ψευδοερμηνεία εντεταλμένων υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Εργασίας, ουσιαστικά επιχειρεί, κάνοντας ένα αυθαίρετο και καταχρηστικό νομικό άλμα, να ερμηνεύσει διατάξεις του εργατικού δικαίου υπέρ συγκεκριμένων εργοδοτών του επισιτιστικού κλάδου ή άλλων κλάδων που θα σπεύσουν να επωφεληθούν από τα ερμηνευτικά 'δώρα' που τους γίνονται».
Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, «οι υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας, εν μέσω της τουριστικής περιόδου, εντέλλονται (από ποιον άραγε;), με ψευδοερμηνείες να προσαρμόζουν α λα καρτ διατάξεις του ισχύοντος εργατικού δικαίου, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό τα αναγκαία για την εφαρμογή των μνημονιακών διατάξεων νομικά προηγούμενα ενόψει μάλιστα και της έλευσης της τρόικα».
Επιβάλλεται, τονίζει η ΓΣΕΕ, «η ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας να απαντήσει με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο αν μετά την απαξίωση του Κοινοβουλίου, μέσω των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, περνάμε σε μια εποχή δημιουργίας ενός νέου 'εργατικού' δικαίου, με την ανάπτυξη βιομηχανίας ψευδοερμηνειών των εντεταλμένων υπηρεσιακών του παραγόντων» και ζητά από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας «να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε έγγραφο παρέχει ψευδοερμηνευτικές εντολές και να περιφρουρήσει ό,τι έχει απομείνει από το προστατευτικό πλαίσιο της εργατικής νομοθεσίας, ειδικά για το χρόνο εργασίας που συνδέεται άμεσα με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων».
Τέλος, η ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι οι οργανώσεις μέλη της θα αντιδράσουν άμεσα με κάθε μέσο, «για την αποκάλυψη και κατάργηση στην πράξη τέτοιου είδους πρακτικών, οι οποίες ενδυναμώνουν το αυταρχικό κράτος και απαξιώνουν καθημερινά το κράτος δικαίου μια ευνομούμενης ευρωπαϊκής χώρας».
«Όχι» σε απολύσεις στους δήμους, λέει η ΚΕΔΕ
Κατηγορηματικά αντίθετο στις όποιες απολύσεις εργαζομένων στους δήμους και στα νομικά τους πρόσωπα, και υπέρ της κινητικότητας των εργαζομένων στους ΟΤΑ, τάχθηκε ομόφωνα το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ).
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Κώστας Ασκούνης ανέφερε ότι είναι υπέρ μιας δημόσιας διοίκησης ευέλικτης, αποτελεσματικής και λειτουργικής, αλλά «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε λογικές οριζόντιων περικοπών», για να τονίσει ότι «μιλάμε για ανθρώπους, για υπαλλήλους και όχι για ψυχρούς αριθμούς». Ο ίδιος προσέθεσε:
«Η αυτοδιοίκηση έχει προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές τέτοιου εύρους, που δεν έχουν προηγούμενο στον δημόσιο τομέα. Μάλιστα από τον περασμένο Δεκέμβριο, έντεκα δήμοι, δύο περιφέρειες και δύο Αποκεντρωμένες Διοικήσεις έχουν προσφερθεί οικειοθελώς για να αξιολογηθούν οι δομές και οι υπηρεσίες τους. Η αξιολόγηση αυτή θα χρησιμοποιηθεί ως πιλότος για την αξιολόγηση και των υπολοίπων δήμων».
Εξάλλου, το ΔΣ της ΚΕΔΕ χαρακτηρίζει «αδιανόητη, πρωτοφανή και αυθαίρετη» τη ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Οικονομικών, για τον καθορισμό των νέων αντικειμενικών αξιών των ακινήτων.