Πιο αναλυτικά, μιλώντας στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, η κ. Μέρκελ είπε χαρακτηριστικά: «Δεν βλέπω κούρεμα για την Ελλάδα». Η ίδια δικαιολόγησε την άρνησή της αυτή, εξηγώντας ότι κάτι τέτοιο θα διέσπειρε την αβεβαιότητα στα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης.
«Εκπλήσσομαι διαρκώς από την επιπολαιότητα με την οποία συζητείται αυτό [το θέμα]», ανέφερε χαρακτηριστικά στη διάρκεια της συνέντευξή της που θα δημοσιευτεί σήμερα στην εφημερίδα της Φρανκφούρτης και κομμάτια της δημοσιεύθηκαν ήδη στην ιστοσελίδα της εφημερίδας. «Μια τέτοια ενέργεια θα διέσπειρε την αβεβαιότητα σε άλλα τμήμα της Ευρώπης», πρόσθεσε.
«Θα τηρήσουμε πιστά το χρονοδιάγραμμα αντί να κάνουμε εικασίες», υπογράμμισε η καγκελάριος αναφερόμενη στην απόφαση των αρμοδίων χάραξης πολιτικής της Ευρωζώνης να αξιολογήσουν εκ νέου την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας στα τέλη του 2014 ή στις αρχές του 2015.
Όπως ανάφερε στη FAZ, θεωρεί πιθανό οι διαφωνίες σχετικά με τις πολιτικές διάσωσης στην Ευρωζώνη να παραμείνουν εντός της παράταξής της. «Θα ακολουθήσουν και άλλες συζητήσεις», είπε.
Οι αντίθετες φωνές
Την ίδια ώρα όμως, υπάρχουν φωνές μέσα στην Γερμανία, που μιλούν ξεκάθαρα για κούρεμα. Μιλώντας στην ίδια εφημερίδα, ο καθηγητής Γιοργκ Ρόχολ, μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών το χαρακτήρισε «αναπόφευκτο».
Ο κ. Ρόχολ υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι «το πρωτογενές πλεόνασμα που έχει καταγράψει ο ελληνικός προϋπολογισμός μέχρι τον Ιούλιο απέχει μακράν από το να καλύψει και τις πληρωμές των επιτοκίων. Γι' αυτό είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη μία αναδιάρθρωση του χρέους, η οποία θα περιλαμβάνει τουλάχιστον το ήμισυ των χρεών», κάτι που για τη Γερμανία θα μεταφραζόταν σε «διψήφιο νούμερο σε δισεκατομμύρια ευρώ».
Από την πλευρά του ο Χένινγκ Κλοντ από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου δηλώνει στην ίδια εφημερίδα ότι σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις του, οι δημόσιοι πιστωτές θα ήταν υποχρεωμένοι να παραιτηθούν από το 65% των δανείων τους προς την Ελλάδα.
«Υποθέτω ότι μετά τις γερμανικές εκλογές η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μας ανακοινώσει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στο κούρεμα», σημειώνει ο καθηγητής Κλοντ.
Ο Σόιμπλε
Εξάλλου, η Frankfurter Allgemeine υποστηρίζει ότι ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, κ. Β. Σόιμπλε δεν έχει πει όλη την αλήθεια για την έκθεση των γερμανών φορολογουμένων στους κινδύνους της ευρωκρίσης. Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει από εισήγηση του Σόιμπλε προς την επιτροπή Οικονομικών του γερμανικού Κοινοβουλίου την περασμένη εβδομάδα, υποστηρίζει η εφημερίδα. Σύμφωνα με την FAZ, στην εισήγηση αυτή το υπουργείο Οικονομικών επισημαίνει μεν το δανειακό ρίσκο της Γερμανίας λόγω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (EFSM) και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), αλλά δεν περιλαμβάνει τις συνεισφορές ύψους 60 δισ. ευρώ στον ESM, στις οποίες η Γερμανία συμμετέχει κατά 20%, ούτε την παραχώρηση δανείων σε διμερή βάση προς την Ελλάδα μέσω της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας KfW, τα οποία ανέρχονται σε 15,2 δισ. ευρώ.
Εάν συνυπολογιστούν όλα αυτά, η συνολική ευθύνη των Γερμανών φορολογουμένων αφορά ποσό 122 δισ. και όχι 95,3 δισ. όπως υπολογίζει το υπουργείο Οικονομικών, συμπεραίνει η Frankfurter Allgemeine. Υπενθυμίζεται επίσης παλαιότερη μελέτη του ινστιτούτου Ifo του Μονάχου, κατά την οποία, η διάλυση της ευρωζώνης θα στοίχιζε στους γερμανούς φορολογούμενους έως και 632 δισ. ευρώ -υπολογισμός, τον οποίο δεν αποδέχεται το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών.
Οι γερμανοί βιομήχανοι
Πάντως, η διγλωσσία αυτή που εμφανίζεται έναντι του ελληνικού προβλήματος δεν φαίνεται να ανησυχεί τους γερμανούς βιομήχανους. Ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) Μάρκους Κέρμπερ είπε, σύμφωνα με την DW, ότι δεν ανησυχεί γιατί τα δύο σημαντικότερα πρόσωπα της κυβέρνησης, δηλαδή η καγκελάριος Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Β.Σόιμπλε διατηρούν την ψυχραιμία τους και έχουν χαράξει τη στρατηγική τους.
Ο κ. Κέρμπερ εκτιμά ότι το ελληνικό πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί και πιστεύει ότι η γερμανική κυβέρνηση έχει τις περισσότερες ευθύνες γι' αυτό. «Η κ. Μέρκελ γνωρίζει τι πρέπει να γίνει», δηλώνει χαρακτηριστικά και προσθέτει ότι αυτό τον κάνει αισιόδοξο.
Οίκος DBRS: Με «CCC high» αξιολογεί την Ελλάδα
Στη βαθμίδα CCC (high), με αρνητική προοπτική, τοποθέτησε την Ελλάδα ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας DBRS, που άρχισε από χθες να εκδίδει εκτιμήσεις για τη χώρα μας.
Οι όροι "high" και "low" τους οποίους χρησιμοποιεί ο DBRS είναι αντίστοιχοι των "+" και "-" των άλλων οίκων αξιολόγησης. Ο οίκος DBRS θεωρείται σημαντικός οίκος για την ευρωζώνη, αφού είναι ανάμεσα στους τέσσερις –μαζί με τους Standard and Poor's, Moody's και Fitch– που λαμβάνει υπ' όψιν της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
«Η αξιολόγηση της Ελλάδας υποστηρίζεται από τη δίχως προηγούμενο χρηματοπιστωτική υποστήριξη που είχε λάβει η χώρα αυτή από τους εταίρους της στην ευρωζώνη [και] η οποία είχε ιδιαίτερα επωφελείς συνέπειες στο κόστος του δανεισμού της, την διάρθρωση αποπληρωμής του χρέους της και τον κίνδυνο που σχετίζεται με την μετακύλιση της προθεσμίας αποπληρωμής» ελληνικών αξιόγραφων, αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο οίκος. Η Ελλάδα αξιολογείται από τον Standard & Poor's με B-, από τη Moody's με C και από τον Fitch με B-.