Η ολοκλήρωση της συμφωνίας της κυβέρνησης με την τρόικα, δεν σημαίνει και το τέλος των «πονοκεφάλων» για το Μαξίμου και το υπουργείο Οικονομικών, καθώς ήδη έχει ξεκινήσει μια περίοδος ζυμώσεων και συζητήσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση της χώρας για το 2014 αι το αν θα υπάρξει και νέο μνημόνιο. Από το κυβερνητικό επιτελείο, βέβαια, έχει ήδη ξεκινήσει προσπάθεια να μπει τέλος στη συζήτηση αυτή από νωρίς. Συγκεκριμένα, με το που ολοκληρώθηκε η συμφωνία, κυκλοφόρησαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση έχει επεξεργαστεί και παρουσιάσει στην τρόικα ένα σχέδιο με βάση το οποίο θα μπορέσει να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για το 2014 χωρίς να πάρει νέο δάνειο, κάτι το οποίο κάνει το κυβερνητικό επιτελείο να ελπίζει ότι θα βάλει στην άκρη τη συζήτηση για νέο μνημόνιο.
Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην τρόικα Π. Τόμσεν φέρεται να έχει αποδεχθεί ότι με τα σημερινά δεδομένα ζήτημα χρηματοδοτικού κενού δεν υπάρχει, κάτι που γεννά αισιοδοξία στην κυβέρνηση ότι θα μπορέσει να αποφύγει το δάνειο και ένα νέο μνημόνιο. Ωστόσο, σύμφωνα πληροφορίες που διαρρέουν από το οικονομικό επιτελείο, υπάρχει φόβος ότι αυτό δεν προεξοφλεί υποχρεωτικά και την πολιτική στάση που θα τηρήσει η Ευρώπη.
Το σχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού (το οποίο είχε προσδιοριστεί για το 2014 σε 4,5 δισ. ευρώ), στηρίζεται κυρίως σε δύο παράγοντες: Την άντληση κεφαλαίων με εσωτερικό δανεισμό και την επαναγορά των προνομιούχων μετοχών τραπεζών που κατέχει το δημόσιο. Επιπλέον, το υπουργείο Οικονομικών φέρεται να σχεδιάζει δοκιμαστική έξοδο στις αγορές με πενταετή ομόλογα έως και 2,5 δισ. ευρώ.
RBS: Δύσκολα θα αποφύγει τρίτο πακέτο η Ελλάδα
Επί του παρόντος, πάντως, οι αναλυτές δεν φαίνεται να συμμερίζονται την αισιοδοξία της κυβέρνησης, η οποία θέλει να βγει από φέτος στις αγορές. Μάλιστα, σύμφωνα με την Royal Bank of Scotland (RBS), ακόμα και αν γίνει η έκδοση ομολόγων, η Ελλάδα δεν θα αποφύγει ένα τρίτο «πακέτο». Η τράπεζα εκτιμά ότι δεδομένου ότι ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί το πώς θα δοθεί η επόμενη δόση του δανείου, το πιθανότερο είναι να δοθεί σε υποδόσεις που θα συνδέονται με άλλες μεταρρυθμίσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, σημειώνει η τράπεζα, έχει ο χρονισμός της συμφωνίας, αφού το κλέισιμό της περιορίζει τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί από τα αντιευρωπαϊκά κόμματα εν όψει των ευρωεκλογών
Σε ό,τι έχει να κάνει με τις δηλώσεις Χρυσοχοΐδη περί προσπάθειας εξόδου της Ελλάδας στις αγορές πριν τις ευρωεκλογές, η RBS σημειώνει πως αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, με την τράπεζα να έχει ήδη προβλέψει έκδοση ομολόγων ύψους 5 δισ. ευρώ φέτος, τονίζοντας πως η έκδοση αποτελεί απλά θέμα χρόνου. Όπως επισημαίνει, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους θεωρείται δεδομένη η έκδοση ομολόγων.
• Ο πρώτος έχει να κάνει με τις εκλογές, αφού τα κόμματα της συγκυβέρνησης χρειάζεται να δείξουν κάποιους «καρπούς» για τις μεταρρυθμίσεις και τις θυσίες που έγιναν στο πλαίσιο των μνημονίων, ώστε να αποφύγουν μια πιθανή πολιτικά αποσταθεροποιητική ήττα για ΝΔ/ΠΑΣΟΚ. Η πρόσβαση στην αγορά θα σηματοδοτούσε ένα σημαντικό βήμα προς «το τέλος της τρόικας», ή τουλάχιστον έτσι να παρουσιάζονταν από τον κυβερνητικό συνασπισμό.
• Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός και σχετίζεται με την επιθυμία της Ελλάδας να ανακτήσει την πρόσβασή της στις αγορές προκειμένου να μπορεί να βελτιώσει την διαπραγματευτική της θέση με την τρόικα.
• Ο τρίτος έχει να κάνει με την κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών του 2015-2016, την ελαχιστοποίηση του κόστους ενός τρίτου πακέτου και της ανάγκης εφαρμογής νέων μέτρων λιτότητας, τα οποία η Ελλάδα θα ήθελε να αποφύγει τελείως εάν είναι δυνατόν, ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσει την εξάρτηση από περαιτέρω δάνεια.
Σύμφωνα με την RBS, η πρόσβαση της Ελλάδας στις αγορές θα γίνει αρχικά με μία έκδοση (πιθανότατα 3ετών ή 5 ετών ομολόγων) με πιθανότητα νέας έκδοσης αργότερα φέτος. Η τράπεζα εκφράζει επιφυλάξεις ως προς το αν η Ελλάδα θα μπορέσει να βγει από το πρόγραμμα του EFSF στα τέλη του τρέχοντος έτους και να εξαρτάται μόνο από το ΔΝΤ και την χρηματοδότηση από τις αγορές. Και παρά την όποια περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές, η RBS εξακολουθεί να θεωρεί ότι ένα τρίτο πρόγραμμα βοήθειας από την ευρωζώνη είναι προ των πυλών.
Όπως επισημαίνει, ο «μεγάλος ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι η ευρύτερη διαπραγμάτευση που θα πραγματοποιηθεί μετά τις ευρωεκλογές. Η Γερμανία έχει μπλοκάρει μια συμφωνία για παροχή περαιτέρω δανείων εν όψει των εκλογών και η συζήτηση έχει μεταφερθεί για τον Αύγουστο. Από την άλλη πλευρά, η τρόικα δεν χαίρεται και ιδιαίτερα για την πιθανή έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, ακριβώς διότι έτσι θα μειωθεί το «πάτημα» που έχει για να ζητά διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση των ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών, όπου δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ένα υψηλότερο κεφαλαιακό όριο για τις ελληνικές τράπεζες σε σχέση με τις πορτογαλικές και ιρλανδικές, η τρόικα δεν μπορεί να διαφωνήσει ανοικτά με μια έξοδο στις αγορές, που αποτελεί και τον ουσιαστικό λόγο ύπαρξης του προγράμματος.
Η RBS εκτιμά πως δύσκολα η Ελλάδα θα αποφύγει ένα τρίτο πακέτο βοήθειας, εκτός και αν η συμφωνία του Αυγούστου για το χρέος είναι πολύ πιο ευνοϊκή απ' όσο αναμένεται να είναι (κάτι εξαιρετικά απίθανο δεδομένου ότι η τρόικα προτιμά ένα τρίτο πακέτο για να μπορεί να συνεχίσει να πιέζει την Ελλάδα). Η βελτιούμενη εικόνα της οικονομίας καθιστά λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να ζητηθεί περαιτέρω λιτότητα, έτσι ένα τρίτο πακέτο πιθανότατα θα επικεντρώνεται κυρίως στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό περιορίζει τα πιθανά πολιτικά ρίσκα που πηγάζουν από το deal, όμως η RBS αναμένει να συνεχιστούν οι πιέσεις στην Ελλάδα μέσω του Τύπου, ότι έχει ακόμα πολλά να κάνει μετά τις εκλογές.
Ernst & Young: «Πρόωρη» η συζήτηση για ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας
Εν τω μεταξύ, η Ernst & Young στην έκθεσή της «Προβλέψεις για την Ευρωζώνη Άνοιξη 2014» (Eurozone Forecast Spring 2014), χαρακτηρίζει «πρόωρη» τη συζήτηση για ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και διατυπώνει την πρόβλεψη πως το ελληνικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί περαιτέρω κατά 0,5% το 2014. Στην έκθεση σημειώνεται πως παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές προοπτικές έχουν βελτιωθεί, η ένταση στο πολιτικό τοπίο παραμένει. «Οι διεθνείς σχέσεις εμφανίζονται επίσης τεταμένες, καθώς οι δανειστές πιέζουν την κυβέρνηση να προχωρήσει ταχύτερα στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», τονίζεται.
Σύμφωνα με το οίκο παροχής ελεγκτικών, συμβουλευτικών, φορολογικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ο ρυθμός συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας συνέχισε να επιβραδύνεται προς το τέλος του 2013, με το ΑΕΠ να έχει μειωθεί κατά 3,7% στο τέλος του χρόνου. Η ανεργία έχει αρχίσει να σταθεροποιείται, και οι προοπτικές έχουν βελτιωθεί αισθητά με τα δημόσια οικονομικά (εκτός των πληρωμών τόκων) και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να έχει σχεδόν ισοσκελισθεί.
Η Ernst & Young εκτιμά ότι είναι μάλλον πρόωρο να μιλάμε για ανάκαμψη, καθώς, το ΑΕΠ αναμένεται να συρρικνωθεί περαιτέρω κατά 0,5% το 2014. «Η ύπαρξη σημαντικού πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού, θα συνεχίσει να πιέζει τους μισθούς βραχυπρόθεσμα, οδηγώντας σε περαιτέρω μείωση το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, παρά τη σχετική ανακούφιση από την πτώση των τιμών. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ότι οι καταναλωτικές δαπάνες θα μειωθούν κατά 1% το 2014, αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη βελτίωση των καθαρών εξαγωγών», σημειώνεται στην έκθεση.
Σύμφωνα με την έκθεση με δεδομένη την αδυναμία της εγχώριας αγοράς, η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει την ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου. «Οι επιδόσεις μέχρι σήμερα είναι ανάμικτες, με τις ενισχυμένες ισχυρές διεθνείς εισπράξεις από τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες να αντισταθμίζουν τις απογοητευτικές εξαγωγές αγαθών», σημειώνεται. Ωστόσο, υποστηρίζεται πως η ισχυρότερη ανάκαμψη της Ευρωζώνης και η συνεχιζόμενη βελτίωση στο σκέλος της προσφοράς, δείχνουν ενθαρρυντικές επιδόσεις του εμπορίου, με την αύξηση των εξαγωγών να φθάνει στο 4,8% το 2014 και να κυμαίνεται σε ετήσιο μέσο όρο 4% το χρονικό διάστημα 2015-2017.
Με την ανάκαμψη των εξαγωγών, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αναπληρώσουν τα μειωμένα αποθεματικά τους προκειμένου να αξιοποιήσουν τα οφέλη από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τις μεταρρυθμίσεις. Οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου αναμένεται να αυξηθούν ελαφρώς το τρέχον έτος και στη συνέχεια να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 6% ετησίως το χρονικό διάστημα 2015–2018.