Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΖΟΥΦΗ
Συνεχίζουν, και φέτος, να κόβουν από παντού τα νοικοκυριά της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, σε σχέση με το 2013, οι μειώσεις είναι πιο έντονες σε όλες τις κατηγορίες εξόδων, όπως ένδυση-υπόδηση, τρόφιμα, διασκέδαση και διακοπές, θέρμανση
ακόμα και υγεία και εκπαίδευση.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από έρευνα με θέμα “Οι επιπτώσεις της κρίσης στους καταναλωτές”, που παρουσίασαν χθες το ΚΕ.Π.ΚΑ.-Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών και η εταιρία ερευνών και επικοινωνίας “tothepoint”.
“Πλέον τίποτα δεν έχει μείνει αλώβητο”, είπε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της εταιρίας “tothepoint” κ. Δ. Κατσαντώνης, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα, ενώ σχολίασε ότι, ενώ φέτος αναμενόταν συγκράτηση στην περιστολή δαπανών των νοικοκυριών, αυτό τελικά δεν παρατηρήθηκε. Αντιθέτως, υπήρξε αύξηση. Ο ίδιος πάντως εξέφρασε την ελπίδα ότι του χρόνου τα πράγματα θα είναι πιο αισιόδοξα.
Πιο συγκεκριμένα, από τα στοιχεία της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε από 10-12 Μαρτίου 2014 σε δείγμα 892 ατόμων στο Ν. Θεσσαλονίκης και αποτελεί μέρος ευρύτερης έρευνας, προκύπτει ότι παραπάνω από εννέα στους δέκα καταναλωτές (91,2%) δήλωσαν ότι τον τελευταίο χρόνο έχουν μειώσει γενικά την κατανάλωση. Το συγκεκριμένο ποσοστό ανεβαίνει όσο αυξάνεται το επίπεδο εκπαίδευσης και στις παραγωγικές ηλικίες 35-54, που έχουν συνήθως οικογένεια με παιδιά. Μόνο ένα 8,6% δήλωσε ότι δεν έχει μειώσει την κατανάλωση. Αυτό το ποσοστό, σύμφωνα με τον κ. Κατσαντώνη, αφορά τα δύο άκρα της εισοδηματικής κλίμακας, τα υψηλά εισοδήματα και τα πολύ χαμηλά εισοδήματα, που “έχουν φτάσει στα όριά τους” και δεν μπορούν να περικόψουν κάτι άλλο πέρα από αυτά που έχουν κόψει ήδη τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης.
Τι έχουν μειώσει και πόσο
Από αυτούς, που δήλωσαν ότι έχουν μειώσει την κατανάλωση, 79,0% μείωσε τις αγορές ένδυσης – υπόδησης, το 61,8% τη διασκέδαση, το 55,2% την αγορά τροφίμων, το 49,4% τη θέρμανση, το 47,6% τις διακοπές, το 38,6% το ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες, το 37,4% τις μετακινήσεις, το 28,9% τα καλλυντικά, το 27,2% τον οικιακό εξοπλισμό, το 26,7% τα είδη καθαριότητας σπιτιού, το 25,7% τα είδη προσωπικής υγιεινής, το 22,5% την υγεία και το 19,7% την εκπαίδευση. Σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν, παρατηρείται ότι οι μειώσεις είναι πιο έντονες σε όλες τις κατηγορίες εξόδων.
Από το ΚΕΠΚΑ επισημαίνουν ότι “είναι πραγματικά τραγική” η εκτίναξη των ποσοστών που αφορούν τη θέρμανση (από 20,8 στο 49,4%), τις καθολικές υπηρεσίες, όπως ρεύμα, νερό, τηλεπικοινωνίες και μετακινήσεις (απο 17,2% στο 38,6%), αλλά και την υγεία και την εκπαίδευση, δύο κατηγορίες δαπανών που μπορεί να εξακολουθούν να παραμένουν στην βάση της σχετικής λίστας των εξόδων, ωστόσο από μονοψήφια το 2013, τα ποσοστά τους είναι πλέον διψήφια.
“Καταναλωτική φτώχεια”
Ο πρόεδρος του ΚΕΠΚΑ κ. Τσεμπερλίδης σχολίασε ότι έχει θιγεί πλέον και η μεσαία τάξη, η οποία αντιστεκόταν μέχρι τώρα, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας των νοικοκυριών και τους κινδύνους που εγκυμονεί, αλλά και στο γεγονός ότι έχουν περιοριστεί τα έξοδα για διακοπές, υπενθυμίζοντας ότι αυτό αποτελεί κριτήριο φτώχειας στην ΕΕ. Όσο για την περιστολή δαπανών στην υγεία, επισημάνθηκε ότι πλέον οι πολίτες περιορίζουν τις επισκέψεις σε ιδιωτικούς ιατρούς, τη λήψη φαρμάκων, τα τακτικά τσεκ απ κ.ά. Από την πλευρά της, και η γγ του ΚΕΠΚΑ κ. Κεκελέκη, επισήμανε ότι τόσο η παρούσα έρευνα όσο και τα στοιχεία της Eurostat για τη φτώχεια (που αφορούν το 2012) αλλά και της ΤτΕ δείχνουν ότι έχουμε “γενικευμένο το πρόβλημα της καταναλωτικής φτώχειας”.
“Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν νοικοκυριά που στερούνται βασικά προϊόντα και υπηρεσίες”, σημείωσε υπογραμμίζοντας ότι αυτή η κατάσταση της φτώχειας δημιουργεί αναίρεση του ευρωπαϊκού κεκτημένου των καταναλωτών.
Σημαντικό κριτήριο η τιμή
Άλλα σημαντικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι οι καταναλωτές, σε ποσοστό 39,1% χρησιμοποιούν την τιμή, ως πρώτο και βασικό κριτήριο, για τις αγορές τροφίμων. Ακολουθούν με 25,6% η χώρα προέλευσης (το ποσοστό αυτό ανεβαίνει για όσους δήλωσαν απόφοιτοι δημοτικού), με 8,1% η ποιότητα, με 3,7% η μάρκα (το ποσοστό αυτό είναι πολύ χαμηλά συγκριτικά με την αρχή της κρίσης). Ένα 18,7% δήλωσε ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν βασικό κριτήριο.
Επίσης, οι καταναλωτές, σε ποσοστό 66,4% θεωρούν ότι γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Όμως, όταν ερωτήθηκαν, για το τι δικαιούνται, σε περίπτωση αγοράς ελαττωματικού προϊόντος, απάντησε εύστοχα μόνο το 3,4%.
Με πόσα ζουν
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κοινωνικοδημογραφικό προφίλ των ερωτώμενων, από το οποίο προκύπτει ότι μεγάλο ποσοστό, που αυξάνει χρόνο με το χρόνο, ανήκει σε κατηγορίες που βρίσκονται εκτός παραγωγικής διαδικασίας (συνταξιούχοι, άνεργοι, νοικοκυρές). Το ποσοστό αυτό, όπως είπε ο κ. Κατσαντώνης είναι δύο με δυόμιση φορές επάνω, σε σχέση με την αρχή της κρίσης. Επιπλέον 1 στους 2 περίπου (47,4% έναντι 48,3 το 2013) δηλώνει μηνιαίο εισόδημα κάτω από 1.000 ευρώ. Εισόδημα μεταξύ 1001 και 1500 ευρώ δηλώνει το 23,9% ενώ πάνω από 2000 δηλώνει το 9,7%.