Σημαντική βελτίωση κατά 4,6 μονάδες σημείωσε ο δείκτης οικονομικού κλίματος για την Ελλάδα (ESI), τον οποίο καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Διαμορφώθηκε στις 103,7 μονάδες τον Ιούνιο από 99,1 που ήταν τον προηγούμενο μήνα.
Ο δείκτης ακολούθησε αντίθετη πορεία από τον αντίστοιχο για το σύνολο της Ευρωζώνης, καθώς ο ESI της ζώνης του ευρώ υποχώρησε στις 102 μονάδες από 102,6 που ήταν τον Μάιο.
Μάλιστα στην ανακοίνωση της Κομισιόν γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην χώρα μας, καθώς αναφέρει ότι «αξίζει να τονισθεί η αύξηση κατά 4,6 μονάδες στην Ελλάδα, που φέρει τον δείκτη πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του για πρώτη φορά μετά τον Αύγουστο του 2008 (ο μακροχρόνιος μέσος δείκτης της περιόδου 1990-2012 είναι 100 μονάδες)».
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υπολογίζεται με βάση τα αποτελέσματα έρευνας στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Όλοι οι επιμέρους δείκτες επιχειρηματικής εμπιστοσύνης - της βιομηχανίας, του τομέα των υπηρεσιών, του λιανικού εμπορίου και του κατασκευαστικού τομέα - σημείωσαν βελτίωση τον Ιούνιο, όπως και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης των νοικοκυριών (-49,8 από -52,5 μονάδες).
Στη βιομηχανία, ο δείκτης διαμορφώθηκε στις 1,3 μονάδες από -4,9 μονάδες, στον τομέα των υπηρεσιών στις 18,4 από 6,5 μονάδες, στο λιανικό εμπόριο στις 2,5 από -7,4 και στον κατασκευαστικό τομέα στις -19,1 από -20,3.
Στους επιμέρους δείκτες για τα νοικοκυριά, βελτίωση σημειώνεται όσον αφορά τις προσδοκίες τους για την οικονομική τους κατάσταση τους επόμενους 12 μήνες (-38,7 από -45,3 μονάδες) και τη γενική οικονομική κατάσταση το επόμενο 12μηνο (-36,6 από -46,3 μονάδες), ενώ δυσμενέστερη είναι η εικόνα όσον αφορά τις προσδοκίες των νοικοκυριών για την ανεργία το επόμενο 12μηνο (45,8 από 41,8) και τις αποταμιεύσεις τους το επόμενο 12μηνο (-77,9 από -76,7).
Σημειώνεται ότι σήμερα, κατά τον διορισμό του στη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και ο Γιάννης Στουρνάρας εξέφρασε την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη πορεία. Την άποψη ότι η ελληνική οικονομία κερδίζει το στοίχημα της σταθεροποίησης και είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στην πρόκληση της ανάκαμψης, εξέφρασε εξάλλου και ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας Γ. Ζανιάς, μιλώντας στη γενική συνέλευση των μετόχων της ΕΤΕ.
Σε συνεχή μείωση οι μισθοί
Την ίδια ώρα όμως, διαφορετική εικόνα προκύπτει από τα στοιχεία που αφορούν τις αμοιβές στην Ελλάδα.
Σε επίπεδο τριμήνου (α΄του 2014), στην ΕΕ των 28, η Ελλάδα καταγράφει τη δεύυτερη μεγαλύτερη μείωση στις ακαθάριστες αμοιβές. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσιοποίησε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
Σύμφωνα με τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία πρώτη ως προς την ποσοστιαία μείωση μισθών κατετάγη η Κύπρος (-7,9%) και ακολούθησαν η Ελλάδα (-3,3%), η Κροατία (-1,7%), η Ιρλανδία (-0,3%) και η Ιταλία (-0,2%).
Κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφονται αυξήσεις 1,7% στις ακαθάριστες αμοιβές και ξεχωρίζουν οι αυξήσεις μισθών σε Λετονία (7,7%), σε Εσθονία (7%) και σε Ρουμανία (5,3%).
Αυξήσεις μισθών καταγράφονται, επίσης, μεταξύ άλλων, σε Λουξεμβούργο (3%), Αυστρία (3%), Σουηδία (2,8%), Γερμανία (2,3%), Γαλλία (1,8%), Μάλτα (1,7%), Πορτογαλία (0,9%), Βέλγιο (0,8%) και Ισπανία (0,6%).
Ο σχετικός δείκτης για τους μισθούς στην Ελλάδα χωρίς να έχει εφαρμοστεί κανενός είδους προσαρμογή- ούτε εποχική ούτε ως προς τον αριθμό των εργασίμων ημερών, μειώθηκε κατά 1,8% στο πρώτο τρίμηνο εφέτος σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο πέρυσι, έναντι μείωσης 11,9% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση το 2013 προς το 2012.
Μάλιστα, οι μισθοί βρίσκονται σε συνεχή μείωση από το γ΄ τρίμηνο 2010 και το πρώτο Μνημόνιο. Έκτοτε ο δείκτης μισθών έχει υποχωρήσει με ή χωρίς εποχική προσαρμογή από 19,6% έως 26,7%.
Οι ακαθάριστες αμοιβές περιλαμβάνουν τους μισθούς και τα ημερομίσθια (τακτικές αμοιβές και υπερωρίες), τα επιμίσθια και τις έκτακτες αμοιβές (δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και κάθε μορφή bonus που δεν καταβάλλεται τακτικά), καθώς και τις αμοιβές για ημέρες που δεν πραγματοποιήθηκε εργασία (πχ ημέρες άδειας, αργίας, κύησης, λοχείας, ασθένειας, αποζημιώσεις απόλυσης, κλπ).