Συνέντευξη στην ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΖΟΥΦΗ
Σαφώς θετική επίδραση στις ελληνικές εξαγωγές εκτιμάται ότι θα έχει η ένταξη της Βουλγαρίας στην ευρωζώνη δεδομένου ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αγορές για τα ελληνικά προϊόντα, όπως αναφέρει μιλώντας στο «ΤyposThes», ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων -ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης, ο οποίος εμφανίζεται αισιόδοξος, τονίζοντας ότι η υιοθέτηση του ευρώ «εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, μειώνει το κόστος συναλλαγών και ενισχύει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα διευκολύνοντας τόσο το εμπόριο όσο και τις επενδύσεις και τη συμμετοχή σε κοινές αλυσίδες αξίας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε ποιότητα, καινοτομία και ισχυρό brand αναμένεται να είναι οι βασικοί ωφελημένοι της νέας νομισματικής πραγματικότητας.
Εξάλλου, σε ότι αφορά γενικότερα τις προβλέψεις για τις ελληνικές εξαγωγές το 2026, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ τονίζει ότι το περιβάλλον παραμένει απαιτητικό, με έντονο ανταγωνισμό και γεωπολιτικές αβεβαιότητες, ωστόσο, διαμορφώνονται και νέες ευκαιρίες.
Η Βουλγαρία εντάχθηκε στην ευρωζώνη από την 1η Ιανουαρίου 2026. Ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η συνολική επίδραση στις ελληνικές εξαγωγές, δεδομένου ότι η Βουλγαρία αποτελεί μία από τις βασικές αγορές για τα ελληνικά προϊόντα;
Η ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα έχει σαφώς θετική επίδραση στις ελληνικές εξαγωγές, δεδομένου ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αγορές για τα ελληνικά προϊόντα. Το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Βουλγαρία ανήλθαν σε 2,95 δισ. ευρώ, ενώ στο ενδεκάμηνο του 2025 είχαν ήδη διαμορφωθεί σε 2,86 δισ. ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τη διατήρηση υψηλού επιπέδου εμπορικών ροών. Η σύνθεση των εξαγωγών είναι διαφοροποιημένη, με ισχυρή παρουσία των πετρελαιοειδών (28,7%), αλλά και σημαντική συμμετοχή των τροφίμων (15,6%), των βιομηχανικών προϊόντων (14,1%), των χημικών (11,7%) και των μηχανημάτων–οχημάτων (10,2%), στοιχείο που αποτυπώνει βαθιά παραγωγική και εμπορική διασύνδεση των δύο οικονομιών. Η υιοθέτηση του ευρώ εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, μειώνει το κόστος συναλλαγών και ενισχύει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, διευκολύνοντας τόσο το εμπόριο όσο και τις επενδύσεις και τη συμμετοχή σε κοινές αλυσίδες αξίας. Σε ένα περιβάλλον νομισματικής σύγκλισης και αυξημένης θεσμικής σταθερότητας, δημιουργούνται προϋποθέσεις περαιτέρω εμβάθυνσης των διμερών εμπορικών σχέσεων και ενίσχυσης των ελληνικών εξαγωγών μεσοπρόθεσμα.
Σας ανησυχεί το ενδεχόμενο να εκδηλωθούν πληθωριστικές πιέσεις στη βουλγαρική οικονομία, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών;
Οι εμπειρικές ενδείξεις από προηγούμενες εντάξεις στην Ευρωζώνη δείχνουν ότι οι πληθωριστικές επιδράσεις είναι, κατά κανόνα, περιορισμένες και βραχυπρόθεσμες, κυρίως λόγω προσαρμογών τιμών και φαινομένων «στρογγυλοποίησης». Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, ο σχετικός κίνδυνος εμφανίζεται ακόμη πιο συγκρατημένος, καθώς η χώρα λειτουργούσε εδώ και χρόνια με καθεστώς currency board — ένα σύστημα στο οποίο το εθνικό νόμισμα διατηρεί σταθερή ισοτιμία με ένα ισχυρό νόμισμα, στην προκειμένη περίπτωση το ευρώ, και η κυκλοφορία του καλύπτεται πλήρως από συναλλαγματικά αποθέματα. Με απλά λόγια, η νομισματική σταθερότητα ήταν ήδη δεδομένη και η οικονομία ουσιαστικά «συγχρονισμένη» με το ευρώ. Επομένως, η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος δεν συνιστά απότομη αλλαγή, αλλά περισσότερο μια θεσμική συνέχεια. Τυχόν ήπιες αυξήσεις τιμών σε επιμέρους αγαθά δεν εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη. Αντίθετα, η ένταξη μπορεί να ενισχύσει το κλίμα εμπιστοσύνης, να βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης και να στηρίξει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, με θετικές συνέπειες και για τη ζήτηση ελληνικών προϊόντων.
Σε επίπεδο κλάδων, ποιοι θεωρείτε ότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο και ποιοι ενδεχομένως να πιεστούν από τη μετάβαση της Βουλγαρίας στο ευρώ;
Η κλαδική διάσταση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η ένταξη στο ευρώ δεν επηρεάζει όλους τους τομείς με τον ίδιο τρόπο. Η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών προς τη Βουλγαρία δείχνει ότι οι κλάδοι με υψηλότερη προστιθέμενη αξία, ισχυρή τεχνολογική βάση και διασύνδεση με τις παραγωγικές επενδύσεις έχουν μεγαλύτερες προοπτικές ενίσχυσης. Τα τρόφιμα (15,6% του συνόλου) μπορούν να ωφεληθούν όχι μόνο από τη σταθεροποίηση του οικονομικού περιβάλλοντος, αλλά και από τη σταδιακή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ιδιαίτερα σε ποιοτικά και επώνυμα προϊόντα. Τα βιομηχανικά προϊόντα (14,1%) και τα χημικά (11,7%) συνδέονται άμεσα με τη βιομηχανική δραστηριότητα και τις κατασκευές• σε ένα περιβάλλον αυξημένων επενδύσεων και ευκολότερης χρηματοδότησης, η ζήτηση για ενδιάμεσα αγαθά και πρώτες ύλες μπορεί να ενισχυθεί αισθητά. Τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός (10,2%) ενδέχεται να καταγράψουν ακόμη μεγαλύτερη δυναμική, καθώς η υιοθέτηση του ευρώ συνήθως συνοδεύεται από αύξηση επενδυτικών σχεδίων και εκσυγχρονισμό επιχειρηματικών υποδομών.
Τα ποτά–καπνά και οι πρώτες ύλες μπορούν επίσης να ωφεληθούν από ένα πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον και τη βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Αντίθετα, τα πετρελαιοειδή, που αποτελούν τον μεγαλύτερο επιμέρους κλάδο (28,7%), επηρεάζονται κυρίως από τις διεθνείς τιμές ενέργειας και τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς, επομένως η νομισματική μεταβολή έχει περιορισμένο άμεσο αντίκτυπο. Επιπλέον, σε κλάδους χαμηλής διαφοροποίησης προϊόντος, όπου ο ανταγωνισμός βασίζεται κυρίως στην τιμή, η ένταξη στο ευρώ αυξάνει τη διαφάνεια και διευκολύνει τις συγκρίσεις, γεγονός που μπορεί να εντείνει τον ανταγωνισμό και να πιέσει τα περιθώρια κέρδους. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε ποιότητα, καινοτομία και ισχυρό brand αναμένεται να είναι οι βασικοί ωφελημένοι της νέας νομισματικής πραγματικότητας.
Γενικά, πώς αποτιμάτε την πορεία των ελληνικών εξαγωγών μέσα στο 2025 και ποιες είναι οι προβλέψεις για το 2026, σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού αλλά και νέων γεωοικονομικών προκλήσεων; Διαβλέπετε νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις;
Το 2025 ήταν μια χρονιά προσαρμογής, κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης στις τιμές της ενέργειας. Οι συνολικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 48,6 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 2,8% σε σχέση με το 2024, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στα πετρελαιοειδή. Αν όμως εξαιρεθεί ο ενεργειακός τομέας, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2%, γεγονός που δείχνει ότι η μεταποίηση, η αγροδιατροφή και τα βιομηχανικά προϊόντα διατηρούν θετική δυναμική. Αντίστοιχα, οι συνολικές εισαγωγές μειώθηκαν κατά 4,1%, οδηγώντας σε περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος κατά 5,9%. Ωστόσο, χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,4%, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η εγχώρια ζήτηση και η παραγωγική δραστηριότητα παραμένουν ενεργές.
Για το 2026, το περιβάλλον παραμένει απαιτητικό, με έντονο ανταγωνισμό και γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Ωστόσο, διαμορφώνονται και νέες ευκαιρίες. Η διεύρυνση της ενιαίας αγοράς και η ένταξη της Βουλγαρίας στο ενιαίο νόμισμα ενισχύουν τη δυναμική στα Βαλκάνια, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για περισσότερες συνέργειες και επενδυτικά ανοίγματα. Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση και τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης ανοίγουν δρόμο για ελληνικές επιχειρήσεις σε τομείς όπως τα δομικά υλικά, ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, οι ενεργειακές λύσεις και οι τεχνολογίες εξοικονόμησης. Στον αγροδιατροφικό τομέα, τα επώνυμα και πιστοποιημένα ελληνικά προϊόντα μπορούν να κερδίσουν περαιτέρω έδαφος σε αγορές που αναζητούν ποιότητα και αξιοπιστία. Τέλος, η τάση επανατοποθέτησης παραγωγικών δραστηριοτήτων πιο κοντά στην Ευρώπη δημιουργεί περιθώρια για ενίσχυση της ελληνικής μεταποίησης. Συνολικά, το 2026 μπορεί να αποτελέσει χρονιά σταδιακής επανεκκίνησης της εξαγωγικής δυναμικής, εφόσον διατηρηθεί η έμφαση στην ποιότητα, την εξωστρέφεια και την προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων.
