«Αβάσιμες οι υποψίες» εις βάρος τους, δηλώνουν στα υπομνήματα που έστειλαν την Προανακριτική Επιτροπή
Σε «ατυχείς συμπτώσεις» αποδίδουν οι συγγενείς του πρώην υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου την εμπλοκή τους στην υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ, σύμφωνα με τις έγγραφες –και πανομοιότυπες- δηλώσεις που έστειλαν στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής, με τις οποίες γνωστοποιούν ότι κατά το νόμο δικαιούνται να μην προσέλθουν για να καταθέσουν. «Από σειρά ατυχών συμπτώσεων εμφανίζομαι ως ύποπτη-ος τέλεσης αξιόποινων πράξεων», αναφέρουν οι κυρίες Ελένη και Μαρίνα Παπακωνσταντίνου, καθώς και οι σύζυγοί τους κκ. Σ. Σικιαρίδης και Ανδ. Ρωσσώνης, δηλώνοντας ότι «οι υποψίες είναι αβάσιμες». Όπως αναφέρουν για τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις έχουν κληθεί και εξεταστεί ως ύποπτοι από τους οικονομικούς εισαγγελείς και ως εκ τούτου «η ελεύθερη εκτίμηση κάθε απάντησής τους δυνατόν –θεωρητικώς- να δώσει λαβή κατηγορίας εναντίον τους».
Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι τέσσερις επικαλούνται στις δηλώσεις τους τον «απόλυτο σεβασμό στο εθνικό κοινοβούλιο και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες». «Αν μη τι άλλο, ο πατέρας μου, Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου, διάνυσε ουσιαστικά τη ζωή του ως κοινοβουλευτικός άνδρας, υπηρετώντας με συνέπεια τις αρχές του κοινοβουλευτισμού, ακόμα και σε δύσκολες εποχές», αναφέρουν οι κόρες του αείμνηστου πολιτικού. Παράλληλα, απέστειλαν στην προανακριτική επιτροπή και τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσαν ενώπιον των οικονομικών εισαγγελέων σχετικά με τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε υπεξαγωγή και νόθευση δημοσίου εγγράφου με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους με ζημιά εις βάρος του δημοσίου άνω των 150.000 ευρώ, της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, της φοροδιαφυγής με φόρο άνω των 150.000 ευρώ και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα. Στις έγγραφες εξηγήσεις τους φέρονται να υποστηρίζουν ότι τα ποσά που δηλώνουν νομίμως επί σειρά ετών υπερκαλύπτουν το ποσό του λογαριασμού που αποτέλεσε το έναυσμα για την έρευνα εις βάρος τους και ότι κατέστησαν πελάτες της HSBC δευτερογενώς, δηλαδή μετά την συγχώνευση της τράπεζας με την National Republic Bank of New York στο Λουγκάνο της Ελβετίας και όχι στην Γενεύη. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επισημαίνουν ότι το νομίμως φορολογηθέν εισόδημά τους «καλύπτει πολλαπλασίως» το ποσό της κρίσιμης αποτίμησης του επίμαχου λογαριασμού της λίστας Λαγκάρντ, καθώς και ότι δεν πρόκειται για λογαριασμό καταθέσεων σε μετρητά αλλά «για χαρτοφυλάκιο χρεωγράφων και κυρίως μετοχικών τίτλων». Αναφορικά με τον κ. Παπακωνσταντίνου φέρονται να αναφέρουν ότι δεν διατηρούσαν δεσμούς «συντροφιάς» μαζί του, αν και είναι στενός συγγενής τους, λόγω συγκυριών, καθώς εκείνος έφυγε από τα 18 του στο εξωτερικό για σπουδές, ενώ όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1998 ως σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού κ. Κ. Σημίτη, ανήκε σε πολιτικό χώρο διαφορετικό από εκείνον του πατέρα/πεθερού τους. Μάλιστα, εξ αυτού του λόγου, εμφανίζονται να είχαν κρατήσει απόσταση από τον πρώην υπουργό Οικονομικών και να μην διατηρούσαν σχέσεις μαζί του, ακόμα και παρά το γεγονός ότι τα εξοχικά τους γειτνιάζουν στην Σέριφο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες. Σχετικά με την λίστα Λαγκάρντ, οι συγγενείς φέρονται να υποστηρίζουν ότι ουδέποτε μίλησαν σχετικά με τον εξάδελφό τους και πως στις 28.12.2012, όταν ανέκυψε το θέμα της διαγραφής των ονομάτων τους από την λίστα, εκείνος τους διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς ότι δεν επιχείρησε ουδεμία επέμβαση ποτέ, κάτι, που κατά δήλωσή τους πίστεψαν. Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, ακόμα και αν ο κ. Παπακωνσταντίνου είχε λόγο να μην συνδέεται το όνομά του με λογαριασμούς στην ελβετική τράπεζα και να μην εκτεθεί σε αρνητική κριτική, είχε στήριγμα αυτοτελές για να ενεργήσει, χωρίς δηλαδή να απαιτείται προς παρακίνησή του, οποιαδήποτε παραίνεση οιουδήποτε.
Φέρονται δε να επισημαίνουν ότι ακόμη και αν επιχειρήθηκε από τον κ. Παπακωνσταντίνου η νόθευση της λίστας, τότε δεν θα είχε κανέναν λόγο να μην την διαβιβάσει στην συνέχεια αρμοδίως, αλλά η λίστα παρέμεινε «υπεξαγόμενη» επί πολλούς μήνες από διάφορους υπουργούς. Επιπλέον, σε ότι αφορά τον κ. Ρωσσώνη, φέρονται να υποστηρίζουν ότι όποιος επιχείρησε την διαγραφή των τριών επωνύμων από την λίστα, αποκλείεται να είχε προηγούμενη συνεννόηση μαζί του, καθώς ο λογαριασμός του είχε κλείσει από το 2005 και είχε τακτοποιήσει φορολογικά το θέμα μεταφέροντας τα χρήματα σε ελληνική τράπεζα.