Skip to main content
Menu Αναζήτηση

Σταύρος Μαμούτος: «Στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν δυσκολίες, αλλά προκλήσεις»

Η ιστορία της Ντάλιας από το Θεσσαλονικιό συγγραφέα

Συνέντευξη στο Γιώργο Καλλίνη

Οι νέοι συγγραφείς μιας πόλης γίνονται συχνά η φωνή της, ειδικά όταν αφηγούνται παλιές, αληθινές ιστορίες της. Ο Σταύρος Μαμούτος στο δεύτερο βιβλίο του, το «Όσοι Θυμούνται την Ντάλια» διαλέγει να αφηγηθεί την ιστορία της Ντάλιας, μιας εκδιδόμενης και διεμφυλικής περσόνας της Θεσσαλονίκης στη δεκαετία του ΄80. Μια ιστορία συναρπαστική, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, η οποία γοητεύει με την αμεσότητα της. Όμως ας κάνουμε μαζί με το Σταύρο μια βουτιά σε έναν κόσμο, όχι τόσο μακριά μας, όχι τόσο πολλά χρόνια πίσω.

Ήδη από το εξώφυλλο, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για μια ιστορία με βάση τα φύλα και τις περιπέτειες τους. Τι σε γοήτευσε σε αυτή την πραγματική ιστορία και αποφάσισες να τη διηγηθείς, με το δικό σου φυσικά τρόπο;

Θα πρέπει να ομολογήσω πως όταν ξεκίνησα την έρευνά δεν είχα ιδέα πόσο βαθιές προεκτάσεις θα είχε αυτή η ιστορία. Ο ενθουσιασμός μου είχε περισσότερο να κάνει με το ίδιο το έγκλημα, παρά με τον κόσμο που έζησε κοντά στην Ντάλια. Με κάθε λέξη που άκουγα όμως από όσους δέχτηκαν να μου μιλήσουν, άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως η ουσία δεν κρυβόταν σε ένα τραγικό γεγονός, αλλά στις αντιθέσεις των ανθρώπων. Αυτή είναι και η πραγματική διαφορά από τους υπαρκτούς και τους φανταστικούς χαρακτήρες. Οι αληθινοί άνθρωποι είναι λιγότερο εύπλαστοι. Ειδικά όταν τους έχεις μπροστά σου και μπορείς να βιώσεις όλα τα λεπτά συναισθήματα, το θυμό τους, τη λύπη τους, την αίσθηση της απώλειας, δεν μπορείς παρά να τους αγαπήσεις για αυτό ακριβώς που είναι. Γίνονται κομμάτι σου και όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να μείνει ουδέτερος, τόσο πιο πολύ παρασύρεται. Μέχρι το τέλος της έρευνας, είχα πάθει πραγματική ψύχωση με το να καταφέρω να ρίξω φως στα γεγονότα.

Οι αφηγηματικοί χρόνοι στο βιβλίο μπλέκονται μεταξύ τους, φτιάχνοντας ένα πολύ ζωντανό περιβάλλον, σχεδόν σαν να μιλάει το βιβλίο στον αναγνώστη! Ένα περιβάλλον, το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην μεγάλη οθόνη. Είχες την ίδια αίσθηση όταν το έγραφες ή είναι εντύπωση μου;

Το ανακάτεμα του παρόντος και του παρελθόντος έγινε λόγο της ανάγκης να γνωρίσει ο αναγνώστης τους ανθρώπους και τις καταστάσεις λίγο καλύτερα. Αυτό που ήθελα πάνω απ’ όλα ήταν δείξω την εξέλιξη τους, και μαζί την εξέλιξη της κοινωνίας. Με ποιο τρόπο το χθες δημιούργησε το σήμερα. Ποιοι ήμασταν και ποιοι είμαστε. Το περιβάλλον που προέκυψε ήταν μια ευχάριστη παρενέργεια, που περισσότερο οφείλεται στο γεγονός πως προσπαθώ να βάλω τον αναγνώστη σε θέση παρατηρητή, μέσα στον ίδιο χώρο με τους χαρακτήρες. Να του πω “δες την σκόνη που σηκώνεται, μύρισε τη βροχή, άκου τους ήχους και τα λόγια που θα ειπωθούν”. Γίνε αυτόπτης μάρτυρας. Ίσως από εκεί να προκύπτει αυτή η “κινηματογραφική” αίσθηση. Με κυνηγάει σε όλα μου τα γραπτά και δεν θέλω να της ξεφύγω.

mamoytos.jpg

Θα επιλέξω να αντλήσω το μήνυμα της κακοτοπιάς, της αδυναμίας, της σκληρότητας που χαρακτηρίζει τη διαφορετικότητα στη χώρα μας, μέσα από την ιστορία σου. Κρύβεται όντως μια κοινωνική κριτική για την έλλειψη ανοχής στη διαφορετικότητα στις λέξεις σου;

Δυστυχώς η ανθρωπότητα έχει μεγάλη παράδοση στο να ενοχοποιεί το διαφορετικό. Βλέπει τους αδύναμους ως αποδιοπομπαίους τράγους για κάθε της πρόβλημα. Νομίζει πως η ανθρωποθυσία τους είναι η μαγική λύση που θα τους φτιάξει τη ζωή. Κι έπειτα δεν είναι λίγοι αυτοί, που βλέπουν αυτή τη ψευδαίσθηση ως μέσω για την κοινωνική, οικονομική ή πολιτική τους άνοδο. Εκμεταλλεύονταν, Εκμεταλλεύονται και θα συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται το φόβο και την άγνοια προς το δικό τους συμφέρον. Ειδικά τη σημερινή εποχή που η σκληρότητα προς τους απροστάτευτους θεωρείται προτέρημα από τεράστιο κομμάτι του πληθυσμού, έχουμε την ανάγκη να κάνουμε την αυτοκριτική μας περισσότερο από ποτέ . Μπορεί το κεντρικό θύμα να μην είναι ο ομοφυλόφιλος ή ο διεμφυλικός όπως είναι στη δική μου ιστορία, εύκολα όμως μπορεί να γίνει ο φτωχός, ο ασθενής ή ο μετανάστης. Αύριο μπορεί να είμαστε εμείς.

Για όλους τους νεότερους που δεν τη έζησαν, έχεις ζωγραφίσει μια πολύ ζωντανή εικόνα της παλιάς Θεσσαλονίκης. Ήταν η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’80 ένα ταιριαστό σκηνικό για να αφηγηθείς μια «ιστορία του περιθωρίου»;

Παντού και πάντα θα υπάρχουν ιστορίες του περιθωρίου, αρκεί κάποιος να ενδιαφερθεί και να τις ακούσει. Βέβαια τα τελευταία χρόνια έχουμε σχηματίσει μια πιο ρομαντική ή ίσως μια κωμική εικόνα για τη δεκαετία του ’80, κι έχουμε ξεχάσει το τι συνέβαινε στην πραγματικότητα. Προσωπικά το ονομάζω «Σύμπλεγμα του Michael Jackson». Οι καλές μνήμες αποτυπώνονται στον εγκέφαλο και οι κακές θάβονται από κάτω τους. Παρόλα αυτά, θα ήταν κρίμα να χαθούν οι εικόνες των χαμόσπιτων και των παραγκουπόλεων. Η δική μας ιστορία είναι. Αν την ψάξει κανείς, θα βρει μέσα στην παλιά Θεσσαλονίκη συγκλονιστικές αφηγήσεις από διάφορες εποχές.

Πόσο σκληρός είναι ο κόσμος της Ντάλιας, σύμφωνα με την έρευνα σου; Τι εντυπώσεις αποκόμισες από τη ζωή ανθρώπων, που πολλές φορές στοχοποιούνται από την κοινωνία;

Όσο σκληρός μπορεί να γίνει και ο δικός μας κόσμος. Μόλις πριν από λίγες μέρες διάβασα ένα άρθρο για μια κοπέλα που μήνυσε τον διευθυντή του σχολείου της, γιατί όχι μόνο έμενε αδιάφορος, αλλά υποκινούσε την βία ενάντια στην κοπέλα από τους συμμαθητές της. Μιλάμε για χοντρές καταστάσεις. Δεν θα επεκταθώ πολύ, αλλά σε κάποια φάση την ακινητοποίησαν , την περιέλουσαν με βενζίνη και προσπάθησαν να την κάψουν ζωντανή. Κανονικός μεσαίωνας με λίγα λόγια. Και σα να μην έφτανε αυτό, η μοναδική καθηγήτρια που προσπάθησε να την βοηθήσει πέρασε από πειθαρχικό, ΕΔΕ και τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Αυτό ήταν το ευχαριστώ για το θάρρος της να υπερασπιστεί μια μαθήτρια, που το μόνο της “έγκλημα” ήταν πως είναι διαφυλετική. Όλα αυτά, σε ελληνικό σχολείο το 2013. Μόλις εφτά χρόνια πριν. Δεν είναι λοιπόν μόνο ο κόσμος της Ντάλιας σκληρός, αλλά και ο δικός μας. Το μόνο καλό στην όλη υπόθεση είναι πως αυτές οι κοινωνίες δεν εγκαταλείπουν την μάχη. Με κάθε περιστατικό (και είναι πολλά τα περιστατικά, πιστέψτε με) συσπειρώνονται και γίνονται όλο πιο δυνατές στον αγώνα τους για δικαιοσύνη και για το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Δεν τα παρατάνε, και γουστάρω που δεν τα παρατάνε.

Ως νέος συγγραφέας, τι δυσκολίες αντιμετώπισες για το νέο σου βιβλίο, με ένα τόσο ιδιαίτερο θέμα;

Πέρα από τις αναμενόμενες δυσκολίες, δηλαδή το μεγάλο χρονικό χάσμα μεταξύ των γεγονότων και της καταγραφής τους, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η εύρεση εκδοτικού. Για όλους τους νέους συγγραφείς είναι δύσκολο, αλλά εδώ υπήρχε και κάτι ακόμα. Οι περισσότεροι από τους εκδοτικούς απλά δεν ενδιαφέρονταν, πράγμα στατιστικά λογικό. Υπήρχαν κάποιοι που μου εκμυστηρεύτηκαν πως δίσταζαν λόγο του ευαίσθητου θέματος. Για λίγο καιρό πίστευα πως η ιστορία της Ντάλιας θα έμενε για άλλη μια φορά στο συρτάρι. Έπειτα ήρθε μια απάντηση από έναν εκδοτικό (δεν θα τον κατονομάσω) η οποία ήταν σχεδόν με έβριζε για τις ιδέες μου. Να σας πω κάτι; Χάρηκα με την αντίδραση τους. Αν κατάφερα να πατήσω τις χορδές μερικών συντηρητικών, σήμαινε πως ήμουν στο σωστό δρόμο. Πήρα θάρρος κι έστειλα το βιβλίο παντού, ώσπου μερικούς μήνες μετά βρέθηκε κάποιος που ήθελε να το στηρίξει. Αυτό που αποκόμισα απ’ όλη αυτή την εμπειρία, είναι πως στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν δυσκολίες, αλλά προκλήσεις. Αυτό, και ότι είμαι τρομερά ξεροκέφαλος.

Τι λέει το μέλλον;

Αυτή τη στιγμή κάνω διορθώσεις στο « Το φίδι στην άμμο», τη συνέχεια του «Σκοτώνοντας το παιδί των κατταρακτών», που είναι μυθιστόρημα φαντασίας. Επίσης, δουλεύω πυρετωδώς πάνω σε ένα ακόμα μυθιστόρημα, το οποίο θα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κυλάει τόσο γρήγορα που δεν έχω προλάβει ακόμα να το ονομάσω. Πέρα από αυτά, στα τέλη Απρίλiου θα γίνει παρουσίαση του «Όσοι θυμούνται την Ντάλια» στην Αθήνα, στο Polis Art.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ