Της ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΒΑΣΒΑΝΗ
«Να δώσουμε στους θεατές ένα μικρό διάλειμμα από την αγωνία και τη μελαγχολία για όσα ζούμε». Αυτό έλεγε η Έρση Βασιλικιώτη στο σκηνοθετικό της σημείωμα και αυτό προσπάθησε μέσα από τη σκηνοθεσία του έργου του Μιλτιάδη Χουρμούζη «Ο Λεπρέντης», που παίζεται για λίγες ακόμη μέρες στη Μονή Λαζαριστών.
Στη σκηνή, που στήθηκε στο αίθριο της Μονής, στη θέση όπου υπάρχουν οι κερκίδες, εκτυλίχθηκε η κωμωδία αυτή που σατιρίζει την ελληνική αστική τάξη στη βαυαροκρατούμενη Αθήνα, όμως ίσως να μας θυμίζει πως κάποια σημεία της μπορεί να μην είναι και τόσο μακρινά από το σήμερα.
Κεντρικός ήρωας; Ο Λεπρέντης, ένας αρκετά ευκατάστατος, αλλά μεγάλος σε ηλικία κύριος που ερωτεύεται μια νέα και όμορφη κοπέλα, τη Βιτορίτζα, δίχως να παραδεχτεί πως αυτός ο έρωτας είναι μόνο για τα όνειρά του και πως δεν θα βρει ποτέ του την ανταπόκριση που επιθυμεί.
Την λαχτάρα του εκμεταλλεύονται ένας “φίλος” του και μια παραμάνα με απώτερο στόχο να του αποσπάσουν χρήματα. Στην αρχή με μικρά ψέματα και μετά με μεγαλύτερα μέχρι που ο έλεγχος χάνεται.
Την ίδια ώρα η μητριά της Βιτορίτζας επιστρατεύει λυτούς και δεμένους για να γίνει μάνα στα 50 ή στα 60 της χρόνια.
Η μάχη με το χρόνο είναι σκληρή. Και όσοι δεν αποδεχτούν τα γηρατειά γίνονται έρμαια στην πένα του συγγραφέα που σατιρίζει αυτούς που δεν έχουν αυτογνωσία (σημ. το έργο γράφτηκε τη στιγμή που ο Χουρμούζης ήταν κατάκοιτος από πυρετό στην κλίνη του, δίχως φίλους και συγγενείς).
Αλλά και όσοι είναι αφελείς και πιστεύουν πως με τα ωραία λόγια που ακούν από τρίτους (Λεπρέντης) ή με μαγικά και θαυματουργά γιατροσόφια (Φιλτισένια) μπορούν να αψηφήσουν την πραγματικότητα.
Η Αθήνα ήταν ελεύθερη αλλά βαυαροκρατούμενη. Είχε τις ξένες δυνάμεις πάνω από το κεφάλι της. Και σήμερα κάτι ανάλογο δεν ισχύει; Ναι, έχετε ανάπτυξη, αλλά θα σας έρθει και τρίτο πακέτο βοήθειας, και μετά κι άλλες δόσεις.
Στο ερμηνευτικό μέρος της παράστασης τώρα, ο Κώστας Σαντάς έπαιξε με τη γνωστή μανιέρα του τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ εξαιρετική ήταν η Σοφία Καλεμκερίδου ως Φιλτισένια.
Συμπληρωματικά στο τελικό αποτέλεσμα λειτούργησαν τα μουσικά μέρη της παράστασης (σε μουσική Κώστα Βόμβολου και στίχους Μιχάλη Γκανά).