Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
Συνεχίζει την πορεία της σε διεθνή φεστιβάλ η ταινία της Μαρίας Ντούζα «Το δέντρο και η κούνια». Μετά τον Καναδά, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Ινδία, το Βέλγιο και τη Σουηδία, σειρά έχει απόψε η Σερβία οπού και θα παρουσιαστεί σε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βελιγραδίου. Στη χώρα μας θα βγει στις αίθουσες αυτή την Πέμπτη. Με αφορμή αυτό το γεγονός μιλήσαμε με την κα Ντούζα για την ταινία, για τις συμπαραγωγές – «είναι ο μόνος τρόπος που μας έχει απομείνει για να κάνουμε ταινίες» σημείωσε η ίδια – για την μετανάστευση και τις μετακινήσεις που απασχολούν τους ήρωες του φιλμ της, αλλά και για τον ελληνικό κινηματογράφο εν γένει. «Υπάρχει μια άνθιση, μια παραγωγή που γίνεται σε πείσμα των συνθηκών και αυτό είναι πολύ συγκινητικό, ενδιαφέρον και ηρωικό καμιά φορά. Οι ξένοι αναρωτιούνται τι γίνεται εδώ και οτιδήποτε Ελληνικό το κοιτάνε, το εξετάζουν, τους ενδιαφέρει. Βέβαια δεν χρειάζεται να γίνει και μια κατάχρηση της προβολής της δυστυχίας μας», ανέφερε.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για «Το δέντρο και την κούνια»;
-Η αφορμή ήταν μια αληθινή ιστορία. Την εποχή που ήθελα να γράψω κάτι για τη μετανάστευση δούλευε στο σπίτι μου μια γυναίκα από την Πολωνία. Μου διηγήθηκε λοιπόν μια ιστορία και όλο αυτό μου ενέπνευσε την ιστορία που μετά έγινε ταινία.
-Πώς χειρίζεστε τη μετανάστευση στην ταινία;
-Αυτό που προσπάθησα να κάνω με «Το δέντρο και την κούνια» είναι να προσεγγίσω το θέμα μετανάστευση με διαχρονική και όχι με επίκαιρη διάσταση ή με στενά πολιτική αν θέλετε. Και σε αυτό με βοήθησε η ιστορία που επέλεξα ως όχημα για να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα, γιατί μπλέκονται σε αυτήν άνθρωποι που έχουν την εμπειρία της μετανάστευσης και της μετακίνησης στις διάφορες εκδοχές της: άλλος ήταν πρόσφυγας, άλλος έφυγε με δική του θέληση και άλλος είναι μετανάστης.
Η κεντρική ηρωίδα είναι μια Ελληνίδα που ζει στο Λονδίνο από επιλογή, ο πατέρας της ήταν από τα παιδιά που μετατοπίστηκαν μετά τον Εμφύλιο και είχε βρεθεί ως πρόσφυγας στη Γιουγκοσλαβία όπου μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε και στη συνέχεια γύρισε με μεγάλη δυσκολία στην Ελλάδα, οπότε δεν μπορεί και να καταλάβει για ποιο λόγο η κόρη του αποφάσισε να ζήσει μακριά από την πατρίδα της, και υπάρχει και ένας τρίτος χαρακτήρας που είναι μια οικονομική μετανάστης από την Σερβία, η οποία δουλεύει στο σπίτι του πατέρα. Όλη η ιστορία έχει να κάνει με τον τρόπο που χειρίζονται ή καλούνται να χειριστούν οι ήρωες τις μετακινήσεις.
-Ο τίτλος τι σηματοδοτεί; Το δέντρο παραπέμπει στις ρίζες και η κούνια στην κίνηση;
-Τελικά υπάρχει ένας συμβολισμός αν και δεν ήταν αρχική μου πρόθεση αυτή. Ξεκίνησε από μια εικόνα. Είχα σκεφτεί ότι ήθελα την ώρα που φτάνει η ηρωίδα από το Λονδίνο στο πατρικό της να υπάρχει μια δράση. Και σκέφτηκα ένα δέντρο που το κόβουν. Μετά όμως αυτή η εικόνα ήταν έντονη και γράφοντας το σενάριο την χρησιμοποίησα ξανά σε ένα όνειρο, την έβαλα και αλλού, και από μόνη της μου αποκάλυψε το συμβολισμό της: το δέντρο είναι η σταθερά, η ρίζα, ο τόπος, αυτό στο οποίο επιστρέφουμε, και η κούνια είναι αυτό που φεύγει και έρχεται.
-Δεδομένου ότι έχετε ζήσει κι εσείς στο Λονδίνο υπάρχουν στοιχεία δικά σας στην ηρωίδα;
-Λίγα θα έλεγα. Είναι μια εμπειρία που έχω κι εγώ, αλλά το έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό.
-Αυτή είναι και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σας. Πώς αποφασίσατε να κάνετε αυτή τη στροφή;
-Ο στόχος μου ήταν πάντα οι μεγάλου μήκους ταινίες. Σπούδασα σινεμά στην Αγγλία. Είχα κάνει αρκετές μικρού μήκους και μία μεσαίου (μιας ώρας) πριν αρκετά χρόνια, και ανάμεσα στις ταινίες δούλεψα στο χώρο της διαφήμισης και στο σενάριο. Άργησα να ασχοληθώ με τις μεγάλου μήκους ταινίες για πρακτικούς και προσωπικούς λόγους. Δεν υπήρχε χρηματοδότηση, και όταν βρέθηκε παγώσανε όλα λόγω της κρίση.
-Στο να ολοκληρωθεί η ταινία βοήθησε και το πρόγραμμα Media;
-Υποστηρίχθηκε πάρα πολύ από το Media, από τα εργαστήρια σεναρίου στο MFI εδώ στην Ελλάδα, μέχρι το Crossroads, το φόρουμ συμπαραγωγών που διοργανώνεται από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε και άλλους ανθρώπους. Εν τέλει όμως τα χρήματα για την παραγωγή τα έβαλε το Κέντρο Κινηματογράφου, η ΕΡΤ, πριν διαλυθεί, η NOVA, και είχαμε και Σέρβους συμπαραγωγούς οι οποίοι διάβασαν το σενάριο, που έχει ένα Βαλκανικό θέμα, την εποχή που αναζητούσαν να κάνουν μια συμπαραγωγή στην Ελλάδα.
-Εξ ου και η παρουσία στη Σερβία;
-Ναι, η ταινία παρουσιάζεται απόψε, Σάββατο 1/3, σε πρεμιέρα στη Σερβία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βελιγραδίου, αλλά θα βγει και στις αίθουσες κατά το φθινόπωρο. Και χάρη στους Σέρβους έχουμε την ηθοποιό Μιριάνα Καράνοβιτς που δεν θα μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε εύκολα από μόνοι μας.
-Οι συμπαραγωγές είναι ένα βήμα για προωθηθούν περισσότερο οι ταινίες προς τα έξω;
-Νομίζω πλέον είναι αδύνατο να κάνουμε ταινίες χωρίς συμπαραγωγή, γιατί τα χρήματα που μπορούμε να βρούμε εδώ στον τόπο μας είναι περιορισμένα. Και για να πάρουμε άλλες χρηματοδοτήσεις ή επιχορηγήσεις από το πρόγραμμα Media, από το Eurimages χρειαζόμαστε ένα πακέτο συμπαραγωγής. Επομένως ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση προκρίνει και υποστηρίζει τις συνεργασίες. Είναι πολύ δύσκολο, είναι σύνθετη δουλειά, έχει πολλή γραφειοκρατία, αλλά νομίζω είναι ο μόνος τρόπος που μας έχει απομείνει στην Ευρώπη για να κάνουμε ταινίες.
-Πώς βλέπετε την παρουσία του Ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό;
-Υπάρχει μια άνθιση, μια παραγωγή που γίνεται σε πείσμα των συνθηκών και αυτό είναι πολύ συγκινητικό, ενδιαφέρον και ηρωικό καμιά φορά. Πολλές ταινίες γίνονται με ελάχιστα χρήματα και το αποτέλεσμα είναι πάντα ενδιαφέρον. Όλη αυτή η παραγωγή ανταποκρίνεται στην περιέργεια των ξένων στην Ελλάδα η οποία έχει αυξηθεί αυτά τα χρόνια λόγω της κρίσης, οπότε υπάρχει και μια ανταπόκριση. Αναρωτιούνται τι γίνεται εδώ και οτιδήποτε Ελληνικό το κοιτάνε, το εξετάζουν, τους ενδιαφέρει. Βέβαια δεν χρειάζεται να γίνει και μια κατάχρηση της προβολής της δυστυχίας μας. Νομίζω ότι έχουμε κι άλλα πράγματα πέρα από αυτήν. Περνάμε μια δύσκολη φάση αλλά η δική μου θέση είναι λίγο διαφοροποιημένη. Πιστεύω ότι πέρα από την σκληρή πραγματικότητα, που αποτυπώνεται σε πάρα πολλές ελληνικές ταινίες, υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα, και ιστορικά θέματα, και κοινωνικά και οικογενειακά και προσωπικά τα οποία «παίζουν» λιγότερο και είναι κρίμα γιατί μέσα από τέτοια θέματα μπορούμε κι εμείς να προβάλουμε την κουλτούρα μας, την ψυχοσύνθεσή μας, την παράδοσή μας, την κοσμοθεωρία μας.
-Ίσως και κάποια μέρη διαφορετικά πέραν της πρωτεύουσας… Εσείς επιλέξατε να κάνετε γυρίσματα στην επαρχία…
-Η ταινία διαδραματίζεται στο παρόν, πέντε μέρες μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά αναφέρεται στο παρελθόν, γιατί η ιστορία του πατέρα ξεκινά από τη στιγμή που μετατοπίζεται από την Ελλάδα στην Γιουγκοσλαβία. Τα περισσότερα παιδιά που έφυγαν μετά τον Εμφύλιο για να γλυτώσουν ήταν από τη Βόρεια Ελλάδα. Οπότε και η ταινία τοποθετείται στη Μακεδονία, χωρίς να είναι συγκεκριμένος ο τόπος, γιατί δεν μπορούσαμε να αναπαραστήσουμε ένα χωριό ή μια πόλη, αλλά το υπαινισσόμαστε με τη μουσική και με τις επιλογές των τοπίων όπου τελικά έγιναν τα γυρίσματα.
-Η ταινία θα μεταγλωττιστεί και σε άλλες γλώσσες και θα παρουσιαστεί σε ξένες χώρες…
-Ομολογώ ότι δεν μου αρέσει να ακούω των Ηλία Λογοθέτη, που έχει αυτή την υπέροχη φωνή, να μιλάει γερμανικά. Αλλά είναι ο τρόπος για να φέρουν το κοινό στην αίθουσα. Οπότε αν είναι να διευκολύνει τους θεατές να δει μη αμερικάνικο κινηματογράφο, ας γίνει μεταγλώττιση. Αυτό το διάστημα μεταγλωττίζεται σε τρεις γλώσσες από μια αυστριακή εταιρεία διανομής την EastWest Filmdistribution GmbH (σε γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά).
-Και τι θα ακολουθήσει; Σκέφτεστε ήδη την δεύτερη ταινία σας;
-Υπάρχει επόμενη! Το σενάριο γράφεται τώρα. Ελπίζω στα επόμενα δύο χρόνια να την έχω γυρίσει.
Εμπνευσμένη από ένα πραγματικό περιστατικό, η ταινία αφηγείται πώς τα μέλη μιας οικογένειας για χρόνια χωρισμένα ξαναβρίσκονται ένα Πάσχα, κάτω από την πατρογονική στέγη, σε μια συνάντηση η οποία θα έχει, για τον καθένα, απροσδόκητες συνέπειες.
Η ταινία «Το δέντρο και η κούνια» θα προβληθεί από τις 6 Μαρτίου και στην πόλη μας, στο Ολύμπιον από την StraDa Films. Στις 7 και 8/3 στον κινηματογράφο θα παρευρεθούν η σκηνοθέτης Μαρία Ντούζα, ο παραγωγός Μιχάλης Σαραντινός και η συνθέτης Άννα Στερεοπούλου για να μιλήσουν με το κοινό. Παίζουν: Μυρτώ Αλικάκη, Ηλίας Λογοθέτης, Mirjanna Karanovic, Νίκος Ορφανός, Ίρις Μήττα, Γεννάδειος Πάτσης, Γιώργος Σουξές, John Bicknell, Ελένη Κουλέτση.