στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
«Είναι κάτι τελείως διαφορετικό από όσα έχω κάνει», μας προϊδέασε ο Γιάννης Καλατζόπουλος από την αρχή της συνομιλίας μας. Ο ίδιος θα σκηνοθετήσει το θεατρικό έργο «Τα 4 κοριτσάκια» του Πάμπλο Πικάσο που θα ανεβεί από τις 26/3 και για επτά συνολικά παραστάσεις στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης (αίθουσα Αλλατίνη-Ντασώ, Λεωφ. Στρατού 2Α).
Ήταν δική του η επιλογή το συγκεκριμένο κείμενο, γιατί θέλησε να ασχοληθεί με κάτι μοντέρνο. Αλλά και να φέρει επί σκηνής ένα έργο που παρουσιάζει μιαν εποχή η οποία μοιάζει με τη δική μας. «Μπορεί να μην βγαίνουμε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, αλλά ζούμε έναν άλλο πόλεμο, οικονομικό», σχολίασε.
-Πείτε μας δυο λόγια για το έργο.
-Ο Πικάσο είναι γνωστός ζωγράφος, αλλά άγνωστος ως πεζογράφος. Κι όμως, έχει γράψει πολύ ωραία ποιήματα και θεατρικά έργα. “Τα 4 κοριτσάκια” είναι το δεύτερό του θεατρικό έργο και το πιο ώριμο. Δεν μπορεί να το κατατάξει κανείς εύκολα σε ένα είδος θεάτρου. Δεν είναι ούτε κωμωδία, ούτε δράμα, ούτε πολιτικό θέατρο ακριβώς. Είναι όλοι οι πίνακες του Πικάσο προφορικώς.
Είναι γραμμένο το 1948 σε μια εποχή που η Ευρώπη έβγαινε από το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο γκρεμισμένη, γεμάτη ερείπια, όχι μόνο κτηρίων, αλλά και οραμάτων της ανθρωπότητας, χτυπημένη βάναυσα από έναν βάρβαρο φασισμό. Την ίδια περίοδο ο Πικάσο θησαυρίζει. Μοσχοπουλάει τους πίνακές του στην ελίτ και στους πλούσιους και τον θαυμάζουν οι καλλιεργημένοι, αλλά ταυτόχρονα παίρνει θέση υπέρ των προλετάριων. Είναι η εποχή που ανήκει στο κομμουνιστικό κόμμα, ζωγραφίζει το πορτρέτο του Μπελογιάννη, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα είχε προηγηθεί η Γκουέρνικα. Γενικά είναι η περίοδος της έντονης πολιτικοποίησης του Πικάσο. Και αυτό το έργο συνδυάζει όλες αυτές τις πλευρές αυτού του ανθρώπου.
-Τι θα δούμε επί σκηνής;
-Τέσσερα κοριτσάκια στην ηλικία περίπου της εφηβείας παίζουν σε έναν φανταστικό λαχανόκηπο μέσα στον οποίο υπάρχουν τα πάντα για ένα δευτερόλεπτο και μετά εξαφανίζονται, και δίνουν τη θέση τους σε κάτι άλλο. Είναι ένα όνειρο και ταυτόχρονα ένας εφιάλτης των τεσσάρων κοριτσιών που παίζουν, γελάνε, σατιρίζουν τις οικογένειές τους και τους μεγάλους, και ταυτόχρονα κάνουν πρόβα τη ζωή. Με αυτό τον παιδικό και, εκ πρώτης όψεως, παραληρηματικό τρόπο, μέσα από πράγματα που φαίνονται με μια πρώτη ματιά ανοησίες, μιλάνε για τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα: για τον έρωτα, το θάνατο, τη ζωή, τις σχέσεις των ανθρώπων, την εξουσία, τη βία…
Όλη αυτή η τρέλα τοποθετείται σε έναν φανταστικό λαχανόκηπο, όμως παντού μυρίζουν τα συντρίμμια του πολέμου, της βίας και της εξαθλίωσης.
-Γιατί το επιλέξατε;
-Γιατί η εποχή μας μοιάζει πολύ με εκείνη του έργου. Μπορεί να μην βγαίνουμε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, αλλά ζούμε έναν άλλο πόλεμο, οικονομικό.
Η χώρα μας δέχεται άμεσα τα πλήγματά του. Παράλληλα γύρω μας βλέπουμε να γκρεμίζονται όλες οι αξίες (ηθικές, πολιτιστικές), ο άνθρωπος φτάνει σε μια απίστευτη εξαθλίωση, αναγκάζεται να χάνει την αξιοπρέπειά του, να ξεπουλά τον εαυτό του, τις ιδέες και τα ιδανικά του. Πιστεύω ότι ο σύγχρονος θεατής θα αναγνωρίσει στοιχεία της ζωής του.
-Είπατε πριν ότι τα θεατρικά του κείμενα δεν έγιναν γνωστά. Γιατί πιστεύετε ότι συνέβη αυτό;
-Η ιδιότητα του ζωγράφου επισκίασε την ιδιότητα του συγγραφέα, αλλά και ο ίδιος δεν φαινόταν ότι ήθελε να τα προβάλει ιδιαίτερα. Αν ήθελε θα το έκανε. Προτίμησε να τα διαβάζει σε φίλους του, σε προσωπικότητες δηλαδή όπως ο Μπρετόν, ο Σαρτρ, ο Ιονέσκο… Ολη η πνευματική αφρόκρεμα της εποχής του μαζευόταν στο σπίτι του και τους διάβαζε κείμενά του.
-Η απόφαση να σκηνοθετήσετε αυτό το έργο ήταν δική σας;
-Ναι! Εδώ και πολλά χρόνια ήθελα να ασχοληθώ με αυτό το έργο. Μου αρέσει το θέατρο που απευθύνεται στους πολλούς, είτε είναι παιδικό είτε για νέους θεατρόφιλους, και άφηνα πάντα την πρωτοπορία σε άλλους. Καθώς όμως πλησιάζω προς το τέλος της καριέρας μου είπα να ικανοποιήσω μια δική μου ανάγκη, να ασχοληθώ με κάτι μοντέρνο.
Χρωστάω στον εαυτό μου να κάνω ένα πείραμα σε ένα τόσο μοντέρνο έργο και εδώ μου δίνεται η ευκαιρία, γιατί το κοινό δεν έχει μπει στα στεγανά που υπάρχουν στην Αθήνα. Δουλέψαμε όλοι μαζί σαν μια παρέα φίλων χωρίς εργοδότη και την προσοχή μας στο ταμείο. Ό,τι βγει θα το μοιραστούν τα τέσσερα κοριτσάκια. Αλλά ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω το Γαλλικό Ινστιτούτο που μας άνοιξε την αγκαλιά του απλόχερα και ειδικότερα τη Μαριάνθη Πάσχου που στάθηκε δίπλα μας ως ένα μέλος της ομάδας, αλλά και την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού Έλλη Χρυσίδου που μας στήριξε, καθώς και το ΚΘΒΕ που μας παρείχε υλικό σε κοστούμια, σκηνικά, φώτα.
Ξοδέψαμε ελάχιστα και περιμένουμε από το κουτί που θα έχουμε στην είσοδο να αμειφθούν τα τέσσερα κορίτσια που παίζουν σε ένα πραγματικά δύσκολο έργο που είναι ακατάλληλο για ανηλίκους.
Συντελεστές
Θεατρική διασκευή-σκηνοθεσία: Γιάννης Καλατζόπουλος,
Συνεργάτης στη σκηνοθεσία: Μαρίνα Χατζηιωάννου, Χορογραφία-σκηνογραφία-ενδυματολογία Κατερίνα Παπαγεωργίου, Μουσική Πάρης Παρασχόπουλος, Φωτισμοί Στέλιος Τζολόπουλος, Μουσική διδασκαλία Βασιλική Αλεξίου. Στην ηχογράφηση έπαιξαν οι μουσικοί Δάνης Κουμαρτζής (μπάσο), Λίνα Παλερά (κιθάρα), Μαρία Μελίδου (φλάουτο).
Ζωγραφική εκτέλεση σκηνικού Ανθούλα Μπουρνά, Κατερίνα Παπαγεωργίου.
Παίζουν: Έλενα Ζήκου, Σίσσυ Ιγνατίδου, Κάτια Παπαϊωάννου, Ασπασία Πιτιλάκη.
Για «Τα 4 κοριτσάκια»
Γραμμένο στο διάστημα μεταξύ 24 Νοεμβρίου 1947 και 13 Αυγούστου 1948, εποχή που γεννήθηκαν και τα δυο του παιδιά, ο Claude και η Paloma, ο Ισπανός ζωγράφος επέλεξε να το παρουσιάσει το 1951 σε μια ανάγνωση για φίλους στην Αντίμπ. Το κείμενο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1968 από τις εκδόσεις Gallimard. Στην ελληνική γλώσσα έχει μεταφραστεί από τον Ανδρέα Εμπειρίκο το 1973.
Χρήσιμα
Παραστάσεις: 26 Μαρτίου – 1η Απριλίου. Ώρα έναρξης: 21.30. Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά.
Οι παραστάσεις γίνονται με πρωτοβουλία του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης και του Γενικού Προξενείου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, με την υποστήριξη του Δήμου Θεσσαλονίκης και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.