Ο Δεκαπενταύγουστος, η μυσταγωγική καρδιά του ελληνικού καλοκαιριού, είναι προ των πυλών και ο Τύπος Θεσσαλονίκης επιλέγει 5 αγαπημένες ταινίες που διεισδύουν στην καρδιά και ψυχή αυτής της τόσο ξεχωριστής ημέρας.
- Οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου (1991) του Παντελή Βούλγαρη
Οι ήσυχες μέρες στα πέριξ του Δεκαπενταύγουστου είναι (ή τέλος πάντων ήταν κάποτε, σε μια αλλοτινή και όχι μακρινή εποχή) ημέρες άφεσης και τόλμης. Οι κανόνες ευπρέπειας και χρηστής συμπεριφοράς καταργούνται αυτοδικαίως, οι δρόμοι ανοίγουν την αγκαλιά τους για τους πεζούς, οι αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων εκμηδενίζονται, τα χέρια και τα μάτια γνέφουν σχεδόν αντανακλαστικά. Στην τρομακτική σιγή του μεσημεριού, αρκεί ένα αεράκι που παραμερίζει την κουρτίνα για να γίνεις λαθρακουστής και ηδονοβλεψίας στο εσωτερικό μιας ξένης ζωής. Στις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, το αληθινά μαγικό είναι ότι οι ζωές των άλλων γίνονται κατάδικές σου, ψηλαφητές σε απόσταση βολής.
Και οι τρεις ιστορίες του Παντελή Βούλγαρη, στην κορυφαία ίσως σπονδυλωτή ταινία του ελληνικού σινεμά, καμωμένες από εκείνη τη μετέωρη εκκρεμότητα, την τόσο ταιριαστή με το καλοκαίρι, είναι οι ιστορίες που δεν έχει πιθανόν να μην έχει ζήσει κανένας μας, αλλά όλοι τις νιώθουμε οικείες και γνώρισμες. Παρά τη μελαγχολία τους, παρά το λειψό τους αντίο, σε αφήνουν με το πιο γλυκόπικρο χαμόγελο στο στόμα. Γιατί αυτές οι ιστορίες του Αυγούστου είναι μια λαϊκή κοινοκτημοσύνη, μια κληρονομιά στην όποια όλοι μας αξίζουμε μερίδιο.
- Τσίου (2005) του Μάκη Παπαδημητράτου
Δεκαπενταύγουστος. Τη μέρα αυτή, το ελληνικό αστικό τοπίο μοιάζει σεληνιακό. Τη μέρα αυτή, εξωγήινοι παίρνουν ομήρους τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων. Ερημικοί δρόμοι, τύπου Φαρ Ουέστ λίγο πριν ξεσπάσει κάποια θανάσιμη μονομαχία, ορίζοντας που τρεμοπαίζει, σκιές που εμφανίζονται στα πεταχτά. Ακούραστα τζιτζίκια, κατεβασμένα στόρια, φανάρια που ανάβουν χωρίς λόγο, ραστώνη και νηνεμία. Νεκρική σιγή, μεσημεριανές ώρες γεμάτες πυκνή απουσία.
Κι όμως, για τον Τσίου, ένα πρεζάκι που έχει απεγνωσμένη ανάγκη από τη δόση του, είναι μια μέρα σαν τις άλλες γιατί η εξάρτηση δεν καταλαβαίνει από γιορτές, διακοπές και αργίες. Ο Τσίου δεν έχει άλλη επιλογή από το να ξεχυθεί στους εγκαταλελειμμένους από θεό και ντίλερς αθηναϊκούς δρόμους. Θα χτυπήσει πόρτες, θα παρακαλέσει σχεδόν γονυπετής, θα πάρει τηλέφωνα, θα ζητήσει χάρες από τα «μεγάλα κεφάλια». Η περιπλάνηση σε μία κάθιδρη no man’s land έχει ξεκινήσει. Το οδοιπορικό ενός απόλυτου loser σπάνια έχει υπάρξει τόσο χαριτωμένο.
- Δεκαπενταύγουστος (2001) του Κωνσταντίνου Γιάνναρη
Μια συρραφή από ιστορίες απλών ανθρώπων που διαπλέκονται στην παραζάλη, στην παραθεριστική οχλοβοή και στη μυσταγωγική αύρα του Δεκαπενταύγουστου. Άνθρωποι που χάνουν και ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, βιώνοντας ένα προσωπικό θαύμα που παραμένει ανεξιχνίαστο, δυσεπίλυτο και απροσπέλαστο. Η ελληνική ταινία που έγινε συνώνυμη της ημέρας, ένα ντόμινο από συντριβές, ματαιώσεις, λυτρώσεις και αναγεννήσεις. Κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο μιας ημέρας που ζει στον δικό της μετεωρικό κόσμο, οι ήρωες της ταινίας αναζητούν μια υποτυπώδη λύτρωση από το βάρος μιας ασήκωτης ζωής, αλλά και μιας φαντασιακής διαφυγής.
- Φτηνά τσιγάρα (2000), του Ρένου Χαραλαμπίδη
Πιθανότατα δεν υπάρχει πιο όμορφη μέρα για να σε χτυπήσει ο έρωτας κατακούτελα από τον Δεκαπενταύγουστο. Ο Ρένος Χαραλαμπίδης συνταιριάζει μια κινηματογραφική ματιά στους τόπους και τους ανθρώπους με έναν αβίαστο ρομαντισμό, φτιάχοντας μια ταινία-ορόσημο των ελληνικών 00s. Στα Φτηνά τσιγάρα, ο έρωτας κόβει βόλτες σε μια ερημωμένη Αθήνα, που μοιάζει να έχει βυθιστεί σε ένα κόσμο σιωπής, μοναξιάς και απουσίας. Αξέχαστες ατάκες και αλησμόνητα πλάνα σε μια ιστορία νυχτερινής ρέμβης και αγιάτρευτης ανάγκης για ονειροπόληση. Μια ταινία που, προϊόντος του χρόνου, έχει γίνει το απόλυτο δεκαπενταυγουστιάτικο hit των ελληνικών θερινών.
- Il Sorpasso (Ο φανφαρόνος, 1962) του Ντίνο Ρίζι
Κι όμως, η σπουδαιότερη ταινία για τον Δεκαπενταύγουστο δεν είναι ελληνική, αλλά ιταλική. Δεκαπενταύγουστος, στην ερημική Ρώμη. Μια κάμπριο Lancia Aurelia, η τελευταία λέξη στα σπορ αμάξια της εποχής, διασχίζει τους αδειανούς δρόμους σχεδόν πετώντας. Στο πίσω φόντο, ένα φρενήρες τζαζ τέμπο αποπνέει μια αίσθηση κατεπείγοντος, ίσως και έναν πολύ υποδόριο κίνδυνο. Στο τιμόνι βρίσκεται ο Μπρούνο (Βιτόριο Γκάσμαν), ένας φαφλατάς καταφερτζής, ικανός να ωθήσει ακόμη και έναν μοναχό που έχει πάρει όρκο σιωπής να αρχίσει τη φλυαρία. Ψάχνοντας ένα τηλέφωνο, καταλήγει στα προάστια της Ρώμης, σε μια περιοχή ραγδαίας και ασύδοτης οικοδομικής ανάπλασης, όπου φορτώνεται με το έτσι θέλω στον Ρομπέρτο (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν), έναν συνεσταλμένο και φοβικό φοιτητή Νομικής, που περνά τις διακοπές του μελετώντας για τις επερχόμενες εξετάσεις.
Προτού καλά καλά το καταλάβει, και δίχως την παραμικρή αντίσταση, ο Ρομπέρτο καταλήγει συνοδηγός και συνοδοιπόρος του Μπρούνο σε ένα θεοπάλαβο, αυτοσχεδιαστικό και αλλοπρόσαλλο road trip που θα τον φέρει από τη Ρώμη στην εξοχή της Τοσκάνης, με αμέτρητες ενδιάμεσες στάσεις, περισσότερο ψυχολογικές-αλληγορικές παρά αμιγώς γεωγραφικές. Το ταξίδι των δύο ετερώνυμων φίλων διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μιας χώρας που παλεύει να βρει τα πατήματά της και να βάλει λίγη τάξη στις ακραίες αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν. Ο Μπρούνο και ο Ρομπέρτο θα επισκεφτούν τουριστικά θέρετρα, night clubs της καλής κοινωνίας, πατρογονικούς πύργους στην ιταλική ύπαιθρο, αυτοσχέδια λαϊκά καπηλειά, παραθαλάσσιες ταβέρνες, και θα συνυπάρξουν με εκπροσώπους από σχεδόν κάθε κοινωνικό στρώμα μιας χώρας αντιφατικής, γοητευτικής και συγχυσμένης. Με τελικό προορισμό μια άγρια και ανεπιθύμητη ενηλικίωση.
