*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Οι επικίνδυνες σκηνές είναι κάτι που βλέπουμε συχνά στο σινεμά. Σώματα που μοιάζουν με φλεγόμενες λαμπάδες, πτώσεις από μεγάλο ύψος, μονοπλάνα μάχης σώμα με σώμα. Κι όλα αυτά δοσμένα με μια καλλιτεχνική ματιά.
Για να γίνει αυτό εφικτό είναι πολύτιμη η συνεισφορά των stunts. Στο έργο τους επικεντρώθηκε το masterclass που έγινε το πρωί της Τρίτης στο πλαίσιο του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
«Μπορεί να φαντάζει ως μια πολυτέλεια το να έχει μια ταινία stunts, όμως συχνά είναι κάτι το απαραίτητο γιατί μπορεί να σε βγάλει από μεταγενέστερους μπελάδες. Για παράδειγμα μια σκηνή πάλη αν δεν έχει χορογραφηθεί σωστά θα πρέπει να ξαναγυριστεί», σημείωσε ο σκηνοθέτης Δημήτρης Νάκος που συντόνισε την εκδήλωση.
Από τον Μπάστερ Κίτον στα Όσκαρ
Με μια αναδρομή στο επάγγελμα ξεκίνησε την ομιλία του ο Κρις Ραντάνοφ από την ομάδα Stunt Project. Ο ίδιος κατάγεται από την Βουλγαρία, μένει στη χώρα μας από το 2001. Τα τελευταία 16 χρόνια είναι κασκαντέρ, ενώ παλαιότερα ασχολούνταν με το kick boxing και την ιππασία. Όπως ανέφερε: «Από τον Μπάστερ Κίτον και τον Χάρολντ Λόιντ, την εποχή του βωβού κινηματογράφου ξεκίνησαν να υπάρχουν επικίνδυνες σκηνές. Στα πρώτα χρόνια βασίζονταν περισσότερο στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών. Αρκετοί από τους πρώτους stunts προέρχονταν από το χώρο του τσίρκου και ήξεραν ακροβατικά ενώ γνώριζαν και ιππασία. Μέχρι το 1930 τα περισσότερα stunts ήταν αυτοσχεδιαστικά. Το ’50 με τα πρώτα γουέστερν υπήρχε ανάγκη για κασκαντέρ που θα έπρεπε να ξέρουν πώς να πέφτουν. Οπότε περίπου εκείνη την εποχή δημιουργήθηκαν και σωματεία κασκαντέρ, καθώς υπήρχε ανάγκη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Από το ’60 μέχρι και το ’80 είχαμε ταινίες με το κυνηγητό αυτοκινήτων. Για να γυριστούν οι σκηνές έπρεπε να βρεθούν καινοτομίες ώστε να προστατευθούν και οι οδηγοί και το όχημα. Άρχισαν να χρησιμοποιούνται χαρτόκουτες, ιμάντες και έπειτα το ringing. Έπειτα ξεκίνησαν τα οπτικά εφέ με ενδεικτικά παραδείγματα σε ταινίες όπως το Terminator και το Matrix. Μετά το 2000 τα πράγματα εξελίχθηκαν περισσότερο όμως παρά την έλευση της τεχνολογίας, οι κασκαντέρ εξακολουθούν να υπάρχουν. Μάλιστα το 2026 η Ακαδημία των Όσκαρ θα θεσπίσει και βραβείο για τα καλύτερα stunts».
Τι ισχύει στη χώρα μας; Ο Σωτήρης Κρανιώτης που ανήκει στην ίδια ομάδα και είναι και αυτός κασκαντέρ με πολλά χρόνια εμπειρίας, είπε πως το επάγγελμα μετρά λίγα χρόνια σε σχέση με άλλες χώρες. «Η δουλειά υπάρχει από την εποχή του βωβού σινεμά. Εγώ αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το επάγγελμα έχοντας παρακολουθήσει προηγουμένως μια σχολή, ενώ έχω κάνει και πολεμικές τέχνες και αναρρίχηση. Έχουμε ως γνώμονα ότι στις σκηνές που γυρίζουμε πρέπει να υπάρχει ασφάλεια και αληθοφάνεια. Είναι μια ομαδική δουλειά. Και πρέπει να ξέρεις λίγο από όλα. Πριν γίνει το γύρισμα κάνουμε πρόβες με σάκους και φορώντας σχοινιά, σε ασφαλές περιβάλλον πχ σε ένα γυμναστήριο, και μετά στο σετ. Όταν φτάσουμε στο τελικό γύρισμα ο σκηνοθέτης ξέρει πώς θα κινηθούμε».
Για το παράδειγμα της Ρωσίας που από νωρίς θέσπισε το επάγγελμα αναφέρθηκε ο κ. Ραντάνοφ: «Στη Ρωσία από το 1960 υπήρχε το επάγγελμα των κασκαντέρ. Του Στάλιν του άρεσαν οι επικίνδυνες σκηνές στις ταινίες με στρατιωτικό υπόβαθρό που γυρίζονταν στη χώρα. Ακόμη και σε φιλμ όπως το “Θωρηκτό Ποτέκμιν” έχουν χρησιμοποιηθεί κασκαντέρ. Επίσης είχαν χάσει αρκετά άτομα την ζωή τους στα γυρίσματα, οπότε για να υπάρξει μεγαλύτερη ασφάλεια για αυτούς που έκαναν επικίνδυνες σκηνές, έγινε σωματείο».
Ο ίδιος πρόσθεσε πως κάθε κασκαντέρ πρέπει να έχει σε εγρήγορση το σώμα του, και συμπλήρωσε πως οι κινήσεις στο σινεμά είναι συνήθως πιο μεγάλες και όχι τόσο γρήγορες όπως θα συνέβαινε σε μια πραγματική μάχη. «Κάποιος που κάνει πολεμικές τέχνες θα κάνει μικρές κινήσεις. Εμείς θέλουμε να έχουν διάρκεια και να φαίνεται η πρόθεση. Για να συνδυαστεί ο ρεαλισμός με την ταινία», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Στον κόσμο των «αόρατων» ηθοποιών μυήθηκαν φοιτητές στην κατάμεστη αίθουσα Παύλος Ζάννας όπου και έγινε το masterclass.
