Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Μέλινα Τριανταφυλλίδου: «Οι άνθρωποι συχνά “τιτιβίζουν” παράγοντας θόρυβο χωρίς ουσία»

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Η ηθοποιός που πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν» μίλησε μαζί μας

*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"

Μια παράσταση για τις σιωπές που βαραίνουν, για όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ και για εκείνες τις φωνές που επιμένουν να ακούγονται, ακόμη κι όταν μοιάζουν χαμένες είναι «Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν».

Οι ήρωες του έργου «όταν τα περιστέρια παύουν να τιτιβίζουν ή πιο σωστά, όταν καταρρέει η ψευδαίσθηση ότι τιτίβιζαν ποτέ, έρχονται αντιμέτωποι με την απομυθοποίηση της ύπαρξης» αναφέρει η ηθοποιός Μέλινα Τριανταφυλλίδου στο «ΤyposThes» με αφορμή το νέο κύκλο παραστάσεων από 17 Ιανουαρίου και για λίγες βραδιές στον Πολυχώρο Τέχνης Alte Fablon (Φιλίππου 71 & Χριστοπούλου – Θεσσαλονίκη, Τηλ: 231401443).

Η ίδια σχολιάζει πως «Τα περιστέρια στο έργο αποτελούν έναν σκληρό καθρέφτη των ανθρώπινων σχέσεων, απογυμνωμένων από συναισθηματισμούς». Και συμπληρώνει ότι «Η απουσία του τιτιβίσματος σηματοδοτεί τη στιγμή που η «ποιητική» πλευρά της ζωής σωπαίνει και αντικαθίσταται από την ωμή, υλική αλήθεια. Είναι το σημείο καμπής όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για να τον ευχαριστεί ή να τον νανουρίζει, αλλά είναι ένας τόπος αδιάφορος, σιωπηλός και συχνά γκροτέσκος».

Κατά την ηθοποιό: «Οι άνθρωποι συχνά «τιτιβίζουν» (όπως εύστοχα αναφέρεται στο έργο για τους ανθρώπους και όχι για τα πουλιά), παράγοντας θόρυβο και πληροφορία χωρίς ουσία. Εστιάζουμε στο «περιτύλιγμα» της επικοινωνίας στην εικόνα, στο φαίνεσθαι και χάνουμε το περιεχόμενο».

Παράλληλα αναφέρει πως: «ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την ικανότητα να διαχειρίζεται τη σιωπή· την αντιλαμβάνεται ως κενό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο μόνος χώρος όπου θα μπορούσε να συναντήσει τον εαυτό του».

01_melina_triantafyllidoy_.jpg

-Τι συμβαίνει όταν τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν;
-Όταν τα περιστέρια παύουν να τιτιβίζουν ή πιο σωστά, όταν καταρρέει η ψευδαίσθηση ότι τιτίβιζαν ποτέ οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με την απομυθοποίηση της ύπαρξης.
Στο έργο, το «τιτίβισμα» λειτουργεί ως σύμβολο μιας εξωραϊσμένης πραγματικότητας. Η Σάμι, προσκολλημένη σε μια ρομαντική θεώρηση της ζωής, επιμένει να βλέπει τα περιστέρια ως «ευτυχισμένα» πλάσματα που τραγουδούν. Όταν όμως αυτή η πεποίθηση διαψεύδεται καθώς αποκαλύπτεται ότι τα πτηνά αυτά ούτε τιτιβίζουν ούτε κρώζουν, αλλά βγάζουν ήχους πεζούς και οργανικούς, «σαν να ρεύονται στα πνιχτά» τότε η πραγματικότητα χάνει το «μαγικό» της φίλτρο. 
Η απουσία του τιτιβίσματος σηματοδοτεί τη στιγμή που η «ποιητική» πλευρά της ζωής σωπαίνει και αντικαθίσταται από την ωμή, υλική αλήθεια. Είναι το σημείο καμπής όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για να τον ευχαριστεί ή να τον νανουρίζει, αλλά είναι ένας τόπος αδιάφορος, σιωπηλός και συχνά γκροτέσκος. Όταν τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν, η σιωπή που απομένει δεν είναι ηρεμία, αλλά το κενό νόημα που οι ήρωες πασχίζουν μάταια να γεμίσουν με λέξεις.

-Ποια η μεταφορά για τις σχέσεις των ανθρώπων;
-
Τα περιστέρια στο έργο αποτελούν έναν σκληρό καθρέφτη των ανθρώπινων σχέσεων, απογυμνωμένων από συναισθηματισμούς. Η εικόνα που περιγράφει ο Ευγένιος, με τα περιστέρια να βουτούν «σαν αδέσποτες σφαίρες» για να αρπάξουν ένα ψίχουλο και να παλεύουν με μανία, αποτελεί μια ευθεία αναφορά στην κανιβαλιστική φύση της ανθρώπινης ανάγκης. 
Οι άνθρωποι, όπως και τα πτηνά του έργου, παρουσιάζονται ως όντα που «λιμοκτονούν» για επαφή, επιβεβαίωση ή αγάπη. Όμως, αυτή η αναζήτηση δεν είναι ειδυλλιακή· είναι ένας αγώνας επιβίωσης. Οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από μια παράδοξη μίξη εξάρτησης και βίας όπως ο πατέρας του Ευγένιου που τον αγαπούσε αλλά τον χτυπούσε, ή η Μπεκ και η Σάμι που αλληλοσπαράσσονται λεκτικά ενώ δεν μπορούν να υπάρξουν η μία χωρίς την άλλη. 
Η μεταφορά υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι συχνά «μαζεύονται στις φωλιές τους» όχι από συντροφικότητα, αλλά από φόβο για το σκοτάδι. Η συνύπαρξη είναι μια μορφή παράλληλης μοναξιάς, όπου ο καθένας κοιτάζει το δικό του «κενό», ανίκανος να προσφέρει ουσιαστική τροφή στον άλλον, παρά μόνο «ψίχουλα» και «φλούδες».

-Γιατί οι ήρωες του έργου δεν μπορούν να επικοινωνήσουν; Πόσο αυτό ισχύει σήμερα για αρκετούς ανθρώπους;
-Η αδυναμία επικοινωνίας στο έργο πηγάζει από την απουσία κοινής μνήμης και κοινού παρόντος. Οι ήρωες πάσχουν από μια υπαρξιακή αμνησία: ξεχνούν ονόματα, γεγονότα, ακόμα και το αν βγήκαν από το σπίτι ή αν παρήγγειλαν κάτι. Χωρίς μνήμη, δεν υπάρχει συνέχεια, και χωρίς συνέχεια, δεν μπορεί να χτιστεί διάλογος. Οι συζητήσεις τους είναι παράλληλοι μονόλογοι που τέμνονται μόνο επιφανειακά, γεμάτοι επαναλήψεις και παρεξηγήσεις. 
Αυτό το φαινόμενο αντικατοπτρίζει έντονα τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα, παρόλο που η τεχνολογία προσφέρει απεριόριστα μέσα σύνδεσης, παρατηρείται μια βαθιά αποξένωση. Οι άνθρωποι συχνά «τιτιβίζουν» (όπως εύστοχα αναφέρεται στο έργο για τους ανθρώπους και όχι για τα πουλιά), παράγοντας θόρυβο και πληροφορία χωρίς ουσία. Εστιάζουμε στο «περιτύλιγμα» της επικοινωνίας στην εικόνα, στο φαίνεσθαι και χάνουμε το περιεχόμενο, ακριβώς όπως οι ήρωες που εμμονικά συζητούν για τις συσκευασίες των μπισκότων αγνοώντας την ουσία της ζωής τους. Η επικοινωνία γίνεται μια σειρά από «posts» στο κενό, χωρίς πραγματικό αποδέκτη. 

-Πώς σχολιάζει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης αυτή την σιωπή;
-Η σιωπή στο έργο δεν αντιμετωπίζεται ως απουσία λόγου, αλλά ως μια ενεργητική, απειλητική παρουσία. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις παύσεις ως δομικά στοιχεία της δραματουργίας, αφήνοντας χώρο στο «ανείπωτο» να κυριαρχήσει. 
Μέσα από τη σκηνοθετική ματιά, η σιωπή σχολιάζεται ως ο ήχος της υπαρξιακής αγωνίας. Οι ήρωες μιλούν ακατάπαυστα για τετριμμένα ζητήματα (συνταγές, καιρός, μπισκότα) ακριβώς για να καλύψουν αυτή τη σιωπή, γιατί αν σταματήσουν να μιλούν, θα αναγκαστούν να ακούσουν το «τίποτα» που τους περιβάλλει. Η σιωπή είναι η στιγμή της αλήθειας που αποφεύγουμε. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος μένει μόνος με τη θνητότητά του, χωρίς τους περισπασμούς της καθημερινότητας. Το σχόλιο εδώ είναι πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την ικανότητα να διαχειρίζεται τη σιωπή· την αντιλαμβάνεται ως κενό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο μόνος χώρος όπου θα μπορούσε να συναντήσει τον εαυτό του.

-Πόσο εντείνει την σιωπή ο χώρος που λαμβάνει χώρα η υπόθεση του έργου;
-Ο χώρος λειτουργεί ως ένας θάλαμος απομόνωσης που σταδιακά συρρικνώνεται. Το διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο, αρχικά μοιάζει με ένα ασφαλές καταφύγιο, αλλά γρήγορα μετατρέπεται σε κελί.
Η αποκοπή από τον έξω κόσμο είναι σταδιακή και απόλυτη: ο ανελκυστήρας δεν λειτουργεί, τα φώτα της πόλης σβήνουν, οι ήχοι χάνονται, και το τοπίο έξω από το παράθυρο μετατρέπεται σε μια αδιάφορη μάζα από «τσιμέντο και χώμα». Αυτός ο σκηνικός εγκλωβισμός εντείνει τη σιωπή, καθώς αφαιρεί κάθε δυνατότητα διαφυγής ή εξωτερικής βοήθειας. 
 

07_fotografia_tasos_thomogloy_ta_peristeria_den_titibizoyn_dsc09502.jpg

Συντελεστές

Κείμενο: Νίκος Ρουμπάκης, Σκηνοθεσία: Νίκος Ρουμπάκης, Σκηνογραφική επιμέλεια: Ευαγγελία Κερκινέ, Κοστούμια: Έλλη Ναλμπάντη, Σχεδιασμός φωτισμών: Αθηνά Μπανάβα, Συνεργάτης σκηνογράφος: Θάνος Καρώνης, Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου, Σχεδιασμός αφίσας: Lamδa, Σχεδιασμός προγράμματος: Lamδa, Επικοινωνία: Απόστολος Λιάπης, Οργάνωση παραγωγής: Απόστολος Λιάπης, Παραγωγή:  Πολυχώρος Τέχνης Alte Fablon, Ερμηνεύουν: Νίκος Ρουμπάκης, Δήμητρα Σιάχου, Μελίνα Τριαντάφυλλιδου.

Χρήσιμα

Παίζεται από 17 Ιανουαρίου 2026 έως 01 Φεβρουαρίου 2026: Κάθε Σάββατο στις 21:15 και Κυριακή 19:15.
Διάρκεια  70 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)  

Είσοδος:

Κανονικό Εισιτήριο: 14 ευρώ

Εκπτωτικά Εισιτήρια: 12 ευρώ

(Φοιτητικό / Ανέργων / Πολυτέκνων / Άνω των 65 / ΑΜΕΑ /

Ατέλειες Ηθοποιών και Σπουδαστών Δραματικών Σχολών).

Προπώληση: ηλεκτρονικά στο ticketservices.gr.

Πολυχώρος Τέχνης AlteFablon Φιλίππου 71 & Χριστοπούλου Δευτέρα  – Παρασκευή 12:00 – 21:00. Απαραίτητη κράτηση λόγω περιορισμένων θέσεων. Τηλ: 2314014430.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ