Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Αριστοτέλης Μαραγκός: «Το ελληνικό σινεμά έχει δυνατή δημιουργική ενέργεια»

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ο σκηνοθέτης του βραβευμένου «Μπιτσκόμπερ» μίλησε μαζί μας με αφορμή τις προβολές της ταινίας του στην πόλη μας

*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"

Ο Ηλίας ονειρεύεται να ταξιδέψει στις ανοιχτές θάλασσες, κυνηγώντας τη σκιά της κληρονομιάς του ναυτικού πατέρα του. Όταν, αντικρύσει μια μέρα μπροστά του ένα καράβι από παλιοσίδερα, θα προσπαθήσει να το φτιάξει από την αρχή.

Εμπνευσμένη από γράμματα του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη Νίκου Καββαδία είναι η ταινία «Μπιτσκόμπερ» του Αριστοτέλη Μαραγκού που προβάλλεται και στη Θεσσαλονίκη στην Αίθουσα Σταύρος Τορνές από τις 19 Μαρτίου.

Το φιλμ επιστρέφει στη πόλη μας, έχοντας κερδίσει το Νοέμβριο του ’25 βραβείο Σκηνοθεσίας - Αργυρό Αλέξανδρο και βραβείο Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Ο δημιουργός μιλώντας στο «ΤyposThes» αναφέρθηκε στο πώς εμπνεύστηκε την ταινία και τον κεντρικό ήρωά του. Είπε πως «Ο Ηλίας είναι πιο κοντά στον αναγνώστη του Καββαδία παρά στον ίδιο τον ναυτικό. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η διαχρονικότητα του έργου του: στο ότι δεν αφορά μόνο αυτούς που έζησαν τη θάλασσα, αλλά και αυτούς που τη φαντάζονται».

Σχετικά με το σινεμά στη χώρα μας σχολίασε πως «Η δυσκολία γεννά και μια ιδιαίτερη αντοχή και επιμονή, και ίσως εκεί βρίσκεται και ένα κομμάτι της ταυτότητας του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου».

16f1.jpg

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;

-Η αφετηρία ήταν μια εικόνα που μου έμεινε πολύ έντονα: άνθρωποι που κατασκευάζουν ένα καράβι σε έναν τόπο όπου δεν υπάρχει θάλασσα. Η επένδυση σε ένα ταξίδι που ίσως δεν πραγματοποιηθεί ποτέ μου φάνηκε εξαιρετικά γόνιμη δραματουργικά.

Από εκεί άρχισε να διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του Ηλία και ο κόσμος της ταινίας. Ποιος είναι αυτός που επενδύει σε ένα ταξίδι που μπορεί να μη γίνει ποτέ; Σταδιακά, η ταινία συναντήθηκε με το έργο του Καββαδία, όχι ως ευθεία επιρροή, αλλά σαν ένα παράλληλο σύμπαν που συνομιλεί με αυτή την ανάγκη για φυγή, για επινόηση του εαυτού μέσα από ιστορίες.

 

-Η ποίηση του Καββαδία είναι συνδεδεμένη με τη θάλασσα και τους ναυτικούς. Πώς κουμπώνει με τον κεντρικό σας ήρωα; Πόσο διαχρονικό είναι το έργο του;

-Ο Καββαδίας γράφει για ναυτικούς, αλλά στην πραγματικότητα μιλά για ανθρώπους που δεν ανήκουν πουθενά. Και αυτό είναι κάτι πολύ σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο.

Ο Ηλίας δεν είναι ήρωας της θάλασσας, και σε αυτό βοηθά και η ερμηνεία του Χρήστου Πασσαλή. Είναι περισσότερο κάποιος που στέκεται απέναντι σε αυτή τη ζωή, την παρατηρεί, την οικειοποιείται μέσα από αφηγήσεις. Με έναν τρόπο, είναι πιο κοντά στον αναγνώστη του Καββαδία παρά στον ίδιο τον ναυτικό. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η διαχρονικότητα του έργου του: στο ότι δεν αφορά μόνο αυτούς που έζησαν τη θάλασσα, αλλά και αυτούς που τη φαντάζονται.

 

-Γυρίσατε την ταινία σε live action. Πόσο απαιτητικό ήταν αυτό και γιατί το επιλέξατε;

-Ήταν μια απαιτητική διαδικασία, κυρίως γιατί πρόκειται για μια ταινία που στηρίζεται πολύ στους ανθρώπους. Περισσότεροι συνεργάτες, περισσότερη ευθύνη, περισσότερες μεταβλητές. Σε σχέση με πιο μοναχικές ή πειραματικές δουλειές, εδώ η δημιουργία έγινε μέσα από μια μεγάλη ομάδα, με διαφορετικές ανάγκες και ρυθμούς.

Παρότι η ιστορία στηρίζεται πολύ στις παρουσίες, τα βλέμματα, τις ερμηνείας παραμένει σε διάλογο με την υλικότητα του τοπίου και τον κινηματογράφου ως μέσο. Με όλους τους συνεργάτες, προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε μια απόσταση από τον καθαρό ρεαλισμό, ώστε να υπάρχει χώρος και για το φαντασιακό στοιχείο που διαπερνά την ταινία. Να νιώθεις ότι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν πραγματικά, ακόμα κι αν αυτά που λένε ή φαντάζονται είναι ρευστά.

 

-Η ταινία σας μετά τα βραβεία που έχει αποσπάσει βγαίνει στις αίθουσες. Τι θα λέγατε στο κοινό για να έρθει στο σινεμά;

-Φυσικά τα βραβεία βοηθάνε, στο Διεθνές Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αποσπάσαμε τον Αργυρό Αλέξανδρο για την Καλύτερη σκηνοθεσία και το Ειδικό βραβείο Φωτογραφίας. Η ταινία βασίζεται πολύ στην ατμόσφαιρα, στον ρυθμό και στη συλλογική εμπειρία της θέασης.

Για αυτό εγώ κρατάω στην καρδιά μου τις προβολές του Μπιτσκόμπερ σε γεμάτες αίθουσες (για παράδειγμα η πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο κατάμεστο Ολύμπιον), όπου είδα την ταινία την ίδια τρέφεται από την συλλογική συγκίνηση της αίθουσας. Ούτε και εγώ, που την έχω δει τόσες φορές, καταφέρνω να ξεφύγω.

 

-Ποιο το όνειρό σας για το "Μπιτσκομπερ";

-Να συνεχίσει να ταξιδεύει. Όχι μόνο σε φεστιβάλ ή αίθουσες, αλλά και στις αναμνήσεις των ανθρώπων.

Μου αρέσει η ιδέα ότι κάποιος θα φύγει από την ταινία και θα κουβαλήσει μαζί του μια εικόνα ή μια σκέψη που δεν κλείνει εύκολα. Ότι θα προσπαθήσει να αφηγηθεί την ταινία, να πει την ιστορία του Ηλία, ένα ναύτη που γνώρισε κάπου, και ας είναι και ψέματα. Αν συμβεί αυτό για εμένα είναι αρκετό.

 

-Πώς βλέπετε το ελληνικό σινεμά;

-Το ελληνικό σινεμά έχει μια πολύ δυνατή δημιουργική ενέργεια, με ανθρώπους που θέλουν να πειραματιστούν και να πουν προσωπικές ιστορίες. Αυτό που συχνά λείπει δεν είναι οι ιδέες, αλλά οι συνθήκες που θα τις στηρίξουν με συνέπεια.

Υπάρχει μια διαρκής προσπάθεια να γίνουν ταινίες μέσα σε ένα πλαίσιο που δεν είναι πάντα λειτουργικό—οικονομικά και θεσμικά. Η δυσκολία γεννά και μια ιδιαίτερη αντοχή και επιμονή, και ίσως εκεί βρίσκεται και ένα κομμάτι της ταυτότητας του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.

 

*Προβολές στη Θεσσαλονίκη: Αίθουσα Σταύρος Τορνές - 19 με 25 Μαρτίου - 20:00.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ