*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Πόσο διαφέρει η προσέγγιση των γυναικών στην crime λογοτεχνία; Τι είναι αυτό που προσελκύει περισσότερο τις Ελληνίδες συγγραφείς σε αυτό το λογοτεχνικό είδος;
«Η γυναικεία ματιά στη σύγχρονη ελληνική crime λογοτεχνία» θα βρεθεί στο επίκεντρο συζήτησης που θα γίνει σήμερα στις 11 -12 στην Αίθουσα Mario Vitti στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.
Λίγο πριν συζητήσουν με το κοινό οι συγγραφείς Μαρία Ράπτη και Κική Τσιλιγγερίδου απάντησαν στις ερωτήσεις του «ΤyposThes». Στην εκδήλωση θα συμμετάσχει και η συγγραφέας Σόνια Σαουλίδου.
-Πώς βλέπουν οι γυναίκες την crime λογοτεχνία στη χώρα μας; Υπάρχουν κοινά σημεία, θεματικές, υφολογικά στοιχεία;
Μαρία Ράπτη: Σίγουρα υπάρχουν κοινά στοιχεία, εφόσον υπάρχουν τα κοινά βιώματα, οι συλλογικές μνήμες και η εμπειρία της ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο οι γυναικείες φωνές στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους· δημιουργούν ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό ψηφιδωτό, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τις αντίστοιχες δουλειές του εξωτερικού.
Κική Τσιλιγγερίδου: Όχι, δεν βλέπω κάτι τέτοιο. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Οι συγγραφείς του αστυνομικού, άντρες και γυναίκες, έχουν κοινά διαβάσματα, κοινές προσλαμβάνουσες και κοινές ανησυχίες, αλλά ασφαλώς διαφέρουν μεταξύ τους όπως κάθε άνθρωπος διαφέρει από τον άλλο. Ακόμη περισσότερο: γράφοντας, κοιτάς ακριβώς να ξεχωρίζεις, να πεις κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Και, καθώς όλα έχουν ήδη γραφτεί πολλές φορές, προσπαθείς να δώσεις κάτι από τον εαυτό σου, να εμπλακείς λίγο περισσότερο στο κείμενο. Αν το πετύχεις, έχει καλώς. Αν όχι, τουλάχιστον το προσπάθησες. Δεν αγνοώ ότι υπάρχει γυναικεία πεζογραφία —τόσο στην πιο εμπορική όσο και στην πιο λογοτεχνική κατεύθυνση—, ασφαλώς και υπάρχει. Αλλά στο αστυνομικό δεν βλέπω κάτι τέτοιο. Περισσότερο, νομίζω, διακρίνεται μια πιο γυναικεία ματιά στο ψυχολογικό θρίλερ, και ειδικά στο domestic crime.
-Τι διαφέρει σε σχέση με άλλες χώρες πχ βορειοευρωπαϊκές ή Αμερική;
Μαρία Ράπτη: Δεν θα έλεγα ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές· το είδος πλέον είναι διεθνές και οι επιρροές είναι πολλές και διασταυρούμενες. Βέβαια, υπάρχουν συγγραφείς που ασχολούνται με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, οπότε οι ιστορίες τους αποκτούν ιδιαίτερες υφές. Μια ιστορία στην ελληνική επαρχία, για παράδειγμα, μπορεί να αναδεικνύει ζητήματα λαογραφίας ή κλειστών κοινωνιών και έτσι να σχολιάζει πολλά από τα ειδικά θέματα της ελληνικής πραγματικότητας.
Κική Τσιλιγγερίδου: Όλοι γράφουμε πάνω-κάτω για τον τόπο μας, ανεξάρτητα από το πού τοποθετούμε την πλοκή τής κάθε ιστορίας μας. Αν μου επιτραπεί ένα προσωπικό παράδειγμα, έγραψα ένα μυθιστόρημα —θα εκδοθεί φέτος τον Οκτώβριο από τα Bell— που έχει να κάνει με τις δολοφονίες Ιθαγενών γυναικών στις ΗΠΑ. Αλλά το μυαλό μου, όσο το έγραφα, ήταν στην Ελλάδα. Στις γυναικοκτονίες, η κλίμακα μόνο αλλάζει. Ή έστω, μόνο αυτή αλλάζει κυρίως. Οι θύτες είναι οι ίδιοι παντού. Και οι λόγοι που σκοτώνουν είναι επίσης οι ίδιοι παντού, είτε στη Μοντάνα είτε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, είτε οπουδήποτε.
-Τι σας κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον σε αυτό το κομμάτι της λογοτεχνίας;
Μαρία Ράπτη: Το crime συνδυάζει τη μυστηριώδη ή περιπετειώδη αφήγηση με το κοινωνικό σχόλιο και αυτός είναι ένας συνδυασμός που με συναρπάζει και με αφορά.
Κική Τσιλιγγερίδου: Οι λόγοι που αγαπάμε το crime είναι γνωστοί. Συνδυάζει ένταση, δομή και σαφή στόχο. Δεν είναι, δηλαδή, μια ιστορία χωρίς ιστορία. Έχει κανονική αφήγηση, έχει αρχή, μέση και τέλος — κυριολεκτικά. Έχει και ένα πρόβλημα προς λύση, συνήθως ένα έγκλημα, ή μία σειρά από εγκλήματα, πράγμα που αμέσως οργανώνει την αφήγηση με έναν ξεκάθαρο τρόπο. Ο αναγνώστης ξέρει τι διακυβεύεται και εμπλέκεται σχεδόν ενεργά, δεν είναι παθητικός. Επίσης, το αστυνομικό προσφέρει ρυθμό, πράγμα που αρέσει σε όλους μας. Οι πληροφορίες δίνονται τμηματικά, υπάρχουν καθυστερήσεις, υπάρχουν αποκαλύψεις, καμιά φορά υπάρχουν και ψέματα και ανακρίβειες από τη μεριά των ηρώων. Ακόμη, είναι παράδειγμα οικονομίας. Κανένα βιβλίο βέβαια δεν πρέπει να έχει άχρηστα πράγματα μέσα του, αλλά στο crime αυτό απαγορεύεται απολύτως. Εννοείται επίσης πως το αστυνομικό είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα, και μάλιστα σύγχρονο τις περισσότερες φορές. Οπότε μιλάς για το σήμερα, για τη βία που υπάρχει γύρω σου, για τις κοινωνικές παθογένειες, για όλα αυτά. Και βέβαια, το αστυνομικό ικανοποιεί και την ανάγκη μας για τάξη, ιδίως αν υπάρχει happy end. Καμιά φορά βέβαια δεν υπάρχει. Νομίζω εγώ δεν έχω ποτέ κάτι τέτοιο. Αλλά σίγουρα έχω λύση. Εννοείται αυτό. Και ο κακός χάνει. Απλώς μπορεί να χάσει και ο καλός μαζί του… Και κάτι πιο προσωπικό: με το αστυνομικό μπορείς να εικονογραφήσεις τη βία και την αντιμετώπισή της όσο ακραία το θέλεις εσύ.
-Ποιο το μυστικό για ένα καλό crime μυθιστόρημα ;
Μαρία Ράπτη: Μια πολύ καλά δομημένη και στέρεη πλοκή, χωρίς κενά και εύκολες λύσεις.
Κική Τσιλιγγερίδου: Έχουν γραφτεί πάρα πολλά βιβλία για το θέμα αυτό. Όλα τους καταλήγουν στο ότι βασικός άξονας ενός καλού crime είναι ένα ισχυρό μυστήριο με καθαρούς κανόνες. Τα πράγματα πρέπει να είναι ξεκάθαρα. Ο αναγνώστης πρέπει να έχει πρόσβαση στα κρίσιμα δεδομένα με τον ερευνητή, ώστε η λύση να προκύπτει σαν λογικό αποτέλεσμα και όχι… εκ Θεού. Δεν μπορείς να κρύβεις στοιχεία από τον αναγνώστη, αυτό επίσης απαγορεύεται. Δεν πρέπει να έχεις τυχαία ευρήματα και συμπτώσεις. Από την άλλη, κάθε σκηνή πρέπει είτε να προσθέτει ένα στοιχείο είτε να αλλάζει την ερμηνεία των ήδη γνωστών. Οι χαρακτήρες, επίσης, πρέπει να πατούν στη γη, να έχουν σοβαρά κίνητρα — ακόμα κι αν είναι «τρελοί». Το ίδιο ισχύει και για τον δράστη ή τους δράστες, τους «κακούς», αλλά και για τον ερευνητή. Οι ανατροπές είναι το αλάτι και το πιπέρι του αστυνομικού, αν και βέβαια δεν είναι και για χόρταση. Και η κατάληξη πρέπει να είναι σαφής και λογική. Ή αναπόφευκτη και απρόσμενη ταυτόχρονα. Τότε το βιβλίο έχει πετύχει τον στόχο του.
