*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Τις γυναίκες που με αυταπάρνηση βάζουν στην άκρη τον εαυτό τους για να φροντίσουν τους άλλους, αλλά και έμαθαν να ξεπερνούν τα εμπόδια, θέτει στο επίκεντρό της η Φωτεινή Καϊοπούλου στις σελίδες του νέου της μυθιστορήματος με τίτλο «Όταν σβήνουν τα κεριά» (εκδ. Πνοή). Τι γίνεται όμως όταν τα όρια ξεπεραστούν;
Η συγγραφέας ανέφερε στον «ΤypposThes»: «πολλές γυναίκες έχουν μάθει να υπηρετούν: να φροντίζουν τους άλλους πριν από τον εαυτό τους και να βάζουν τις ανάγκες τους πάνω από τις δικές τους. Αυτό συμβαίνει γιατί από μικρή ηλικία συνδέουν την αξία τους με τη φροντίδα, την προσφορά και την αυταπάρνηση. Είναι ένα πρότυπο(...) που περνά από γενιά σε γενιά, μέσα από προσδοκίες και σιωπηλές παραδοχές για το τι σημαίνει να είσαι “’καλή” γυναίκα».
Η ίδια έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε γυναίκες που έμαθαν να αντέχουν, να αγαπούν και να προχωρούν παρά τις απώλειες, ένιωσε την ανάγκη να γράψει «μια ιστορία για τη μνήμη, τους δεσμούς που μας διαμορφώνουν και τη δύναμη της υπέρβασης». «Το Όταν Σβήνουν τα Κεριά είναι ένας φόρος τιμής σε όσους κατάφεραν να μετατρέψουν τον πόνο σε φως και την απώλεια σε ζωή», σχολίασε.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο;
-Η ιδέα για το βιβλίο γεννήθηκε από την παρατήρηση ότι οι ίδιες ιστορίες, οι ίδιες πεποιθήσεις και τα ίδια βάρη περνούν από γενιά σε γενιά. Συχνά τα κουβαλάμε σαν να είναι δικά μας, πριν καν προλάβουμε να τα επιλέξουμε. Όμως, αναγνωρίζοντάς τα, μπορούν να γίνουν μοχλός για να χαράξουμε το δικό μας δρόμο. Η απελευθέρωση από ό,τι μας περιορίζει δεν σημαίνει απόρριψη του παρελθόντος, αλλά συνειδητή επιλογή του τι αξίζει να κρατήσουμε.
Μεγαλώνοντας ανάμεσα σε γυναίκες, κυρίως, που έμαθαν να αντέχουν, να αγαπούν και να προχωρούν παρά τις απώλειες, ένιωσα την ανάγκη να γράψω μια ιστορία για τη μνήμη, τους δεσμούς που μας διαμορφώνουν και τη δύναμη της υπέρβασης. Το Όταν Σβήνουν τα Κεριά είναι ένας φόρος τιμής σε όσους κατάφεραν να μετατρέψουν τον πόνο σε φως και την απώλεια σε ζωή.
-Πώς θα περιγράφατε την κεντρική σας ηρωίδα;
-Η Έλσα είναι μια γυναίκα που κληρονομεί περισσότερα απ’ όσα επιλέγει: σιωπές, απουσίες, τραύματα και τρόπους αγάπης που περνούν αθόρυβα από γενιά σε γενιά. Μεγαλώνει πιστεύοντας πως η αξία της βρίσκεται στη φροντίδα που προσφέρει στους άλλους, μέχρι που η ίδια η ζωή τη φέρνει αντιμέτωπη με το ερώτημα ποια είναι πέρα από τους ρόλους που της έχουν δοθεί. Είναι ένας χαρακτήρας σε διαρκή μεταμόρφωση· ένα ταξίδι από την επιβίωση προς την αυτογνωσία. Μέσα από εκείνη ξεδιπλώνονται οι ιστορίες των άλλων, αλλά κυρίως η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας, χωρίς να το αφήσουμε να καθορίσει το μέλλον μας -μια πράξη που απαιτεί θάρρος, επίγνωση και δύναμη.
-Η Έλσα βάζει τους άλλους πρώτα και αφήνει πίσω τον εαυτό της. Πόσο γνώριμη είναι αυτή η συμπεριφορά σήμερα; Γιατί την συναντάμε;
-Νομίζω πως η Έλσα είναι μια πολύ γνώριμη μορφή -πολύ πιο γνώριμη απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε- επειδή εκφράζει έναν ρόλο που πολλές γυναίκες έχουν μάθει να υπηρετούν: να φροντίζουν τους άλλους πριν από τον εαυτό τους και να βάζουν τις ανάγκες τους πάνω από τις δικές τους. Αυτό συμβαίνει γιατί από μικρή ηλικία συνδέουν την αξία τους με τη φροντίδα, την προσφορά και την αυταπάρνηση. Είναι ένα πρότυπο -τόσο βαθιά ριζωμένο ώστε να μοιάζει φυσικό- που περνά από γενιά σε γενιά, μέσα από προσδοκίες και σιωπηλές παραδοχές για το τι σημαίνει να είσαι «καλή» γυναίκα. Η Έλσα κουβαλά αυτή την κληρονομιά. Η πορεία της είναι η πορεία από την αυταπάρνηση προς την αυτογνωσία· η συνειδητοποίηση ότι η αφοσίωση και η φροντίδα των άλλων προϋποθέτει την αγάπη του εαυτού μας.
-Από πού αντλεί δύναμη για να σταθεί ξανά στα πόδια της;
-Η δύναμή της δεν πηγάζει από μία μόνο πηγή, αλλά από μια εσωτερική μετατόπιση. Από τους δεσμούς και τις μνήμες της -άλλοτε επώδυνες, άλλοτε τρυφερές- που τη συγκρατούν όρθια και από μια βαθιά, σχεδόν υπόγεια ανάγκη να συνεχίσει εκεί όπου άλλοι σταμάτησαν. Κυρίως, όμως, από τον ίδιο της τον τρόπο να υπάρχει στον κόσμο: είναι ένας βαθιά δοτικός άνθρωπος, για τον οποίο η φροντίδα των άλλων γίνεται σταδιακά όχι μόνο καθήκον αλλά και γέφυρα επιστροφής προς τον εαυτό της.
Στην πορεία της συνειδητοποιεί πως αυτή η γενναιοδωρία χρειάζεται να στραφεί και προς τα μέσα· πως δεν αρκεί να στηρίζει τους άλλους για να σταθεί η ίδια όρθια, αλλά πρέπει να επιτρέψει και στον εαυτό της να γίνει αποδέκτης της ίδιας φροντίδας που τόσο φυσικά προσφέρει. Έτσι, η αντοχή της παύει να είναι απλή επιβίωση και γίνεται επιλογή επίγνωσης και επανατοποθέτησης απέναντι στη ζωή.
-Το έργο αναφέρεται και στο προσφυγικό. Πώς το προσεγγίσατε;
-Το προσφυγικό το προσεγγίζω μέσα από τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων και την καθημερινότητά τους. Όχι ως ιστορικό σχόλιο -ίσως μόνο κοινωνικό- αλλά ως βίωμα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, μέσα από σιωπές, οικογενειακές μνήμες και μικρές, προσωπικές στιγμές.
Με ενδιαφέρει μόνο ό,τι απορρέει από τους ίδιους τους ήρωες: οι σχέσεις τους, οι απώλειες, οι μετακινήσεις, ο τρόπος που κουβαλούν το παρελθόν τους μέσα στο παρόν. Χωρίς διδακτισμό ή πολιτικές προεκτάσεις, αλλά με στόχο να αναδειχθεί η ανθρώπινη πλευρά της εμπειρίας και το πώς αυτή συνεχίζει να διαμορφώνει τις ζωές τους. Με επίκεντρο τον άνθρωπο και τη λεπτή, αθέατη συνέχεια που ενώνει το χθες με το σήμερα.
-Γιατί επιλέξατε αυτό τον τίτλο;
-Διάλεξα τον τίτλο «Όταν Σβήνουν τα Κεριά» γιατί συμπυκνώνει τη στιγμή που τα εξωτερικά στηρίγματα και τα «δεδομένα» φώτα της ζωής αρχίζουν να σβήνουν. Συνοψίζει μια εσωτερική μετάβαση, όπου οι βεβαιότητες, οι ρόλοι, οι καθορισμένες διαδρομές και οι προσδοκίες των άλλων παύουν να καθοδηγούν και να φωτίζουν τη ζωή μας.
Τότε αναδύεται η ανάγκη για ένα άλλο φως, εσωτερικό αυτή τη φορά. Ένα φως που δεν δανειζόμαστε ούτε μας επιβάλλεται, αλλά το αναζητούμε οι ίδιοι· που δεν υπαγορεύει έτοιμες πορείες, αλλά μας βοηθά να ανακαλύψουμε την ταυτότητά μας και να χαράξουμε το δικό μας μονοπάτι, πέρα από προδιαγεγραμμένες διαδρομές και ξένες προσδοκίες. Σηματοδοτεί, τελικά, μια στιγμή μετάβασης και αυτογνωσίας: τη στιγμή που μένεις αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και καλείσαι να επιλέξεις όχι αυτό που σου έχει δοθεί, αλλά αυτό που πραγματικά είσαι.
-Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;
-Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω έναν μόνο αγαπημένο συγγραφέα. Ίσως θα ήταν πιο εύκολο αν ήταν ένας, αλλά τότε θα υπήρχε και ο κίνδυνος να τον ακολουθήσω ή να τον αντιγράψω.
Σε διαφορετικές περιόδους στρέφομαι σε διαφορετικούς συγγραφείς, ανάλογα με αυτό που χρειάζομαι κάθε φορά. Με ενδιαφέρει περισσότερο αυτή η διαρκής συνομιλία με πολλαπλές φωνές, παρά η προσκόλληση σε μία.
Και νομίζω πως αυτό είναι και το αναγκαίο για έναν συγγραφέα -και όχι μόνο- να ξεφεύγει από την πεπατημένη του ως αναγνώστης, να μην εγκλωβίζεται σε ένα μόνο αισθητικό ή νοητικό σύμπαν, αλλά να διευρύνει συνεχώς τη ματιά του μέσα από διαφορετικές λογοτεχνικές εμπειρίες.
-Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
-Διαβάζω συνήθως αναζητώντας διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας, ανεξάρτητα από το είδος ή την εποχή ενός βιβλίου. Μερικές φορές έχω ανοιχτά περισσότερα από ένα αναγνώσματα και επιλέγω κάθε φορά αυτό που μου “μιλά” περισσότερο ως γλώσσα, ατμόσφαιρα ή πληροφορία. Άλλοτε επιστρέφω σε κλασικά έργα και άλλοτε στρέφομαι στη σύγχρονη λογοτεχνία με σταθερό ενδιαφέρον στη ματιά κάθε συγγραφέα πάνω στον άνθρωπο. Αυτή την περίοδο διάβασα τον Μύθο του Φυσιολογικού του Gabor Maté, τη Βιολογία της Πεποίθησης του Bruce Lipton, το Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει της Irene Solà, το Αυτό που δεν έχει όνομα της Πεδράδ Μπονέτ και τις Τσίχλες Ταξιδίου του Μάκη Τσίτα. Τώρα ξεκινάω το Η απόδειξη της αθωότητάς μου του Jonathan Coe.
- Έρχεται Θεσσαλονίκη η Εθνική Ελλάδος - Στην Τούμπα οι αγώνες με Ολλανδία, Γερμανία
- Θεσσαλονίκη: Έργα από αύριο σε Περιφερειακό, Μουδανιών – Για 3 μέρες
- Μάστιγα οι πνιγμοί στην Ελλάδα: 373 θάνατοι τον χρόνο - Το 80% άτομα άνω των 60
- Χωρίς κολυμβητική στέγη εκατοντάδες αθλητές στη Θεσσαλονίκη - Διαμαρτυρία στο Ποσειδώνιο
