Με ένα αγγλόφωνο ψυχολογικό θρίλερ, το "Παραμονεύοντας" (LURK), επέστρεψε στην 7η τέχνη ο Βασίλης Κατσίκης. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει παραιτηθεί και επικρατεί ένταση. Η Ανν, κεντρική ηρωίδα, ξυπνά το βράδυ στην απομονωμένη βίλα που ζει και βλέπει τον σύζυγό της να φεύγει για την κλινική που διευθύνει. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει πως στο σπίτι της έχει εισβάλλει ένας μασκοφόρος. Μια σειρά από ανατροπές θα αρχίσουν να συμβαίνουν… Με αφορμή την προβολή της ταινίας και στην πόλη μας, στο Βακούρα, μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη.
-Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία;
- Τα τελευταία χρόνια όλοι μας ζούμε ένα ατέλειωτο "θρίλερ" σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο! Πάντα υπήρχε στο μυαλό μου η υπέροχη ταινία του Πολάνσκι «Ο θάνατος κι η κόρη». Είχα ζηλέψει το παιχνίδι της αλήθειας που μέχρι το τέλος σε αφήνει χωρίς ανάσα. Γι' αυτό και στο «Παραμονεύοντας» προσπάθησα να κάνω το ίδιο! Να μην ξέρει δηλαδή ο θεατής ποιος είναι ο κακός, ποιος ο καλός, ποιος ο αληθινός και ποιος ο ψεύτικος!!
-Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια χώρα που είναι υπό κατάρρευση. Τι σηματοδοτεί αυτό για τους ήρωες της ταινίας;
-Οι συγκρούσεις των ηρώων (εσωτερικές και εξωτερικές) είναι περισσότερο φορτισμένες όταν τις τροφοδοτούν η κοινωνική αδικία και η βία της εξουσίας. Σε εποχές μεγάλης ανέχειας, οι μηχανισμοί της εξουσίας βρίσκουν πάντα έδαφος να αναπτυχθούν και να καταπατήσουν ακόμα και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Το έχουμε δει να συμβαίνει άπειρες φορές στο παρελθόν στη χώρα μας, αλλά και όχι μόνο. Η κατάρρευση βέβαια δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά περισσότερο αξιών!
-Πόσο εμπνευστήκατε από την Ελληνική πραγματικότητα;
-Τα τελευταία χρόνια η άνοδος του φασισμού στη χώρα μας στην αρχή με εξέπληξε. Στη συνέχεια συνειδητοποίησα πως οι λόγοι που έφεραν την επτάχρονη Χούντα, δεν άρχισαν το ’67, ούτε τελείωσαν το ’73. Ο εφησυχασμός και η αδιαφορία των πολιτών, κάνουν κάποιους που έχουν συμφέροντα, να καταστρώνουν τα μαύρα σχέδιά τους εύκολα και αβίαστα. Το βασικό μου σχόλιο, που δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι πως αν δεν αγωνιστείς εσύ να δεις την αλήθεια που υπάρχει γύρω σου, κοντά σου, κάποιοι άλλοι θα σου την παραποιήσουν και θα κάνουν τη ζωή σου κόλαση!
-Έχετε κάνει διαφορετικές μεταξύ τους μεγάλου μήκους ταινίες, από το CCTV που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στην κωμική περιπέτεια «Ι-4: Λούφα και Απαλλαγή» που έσπασε ταμεία και τώρα σε ένα ψυχολογικό θρίλερ. Πώς μεταβαίνετε από το ένα είδος στο άλλο; Και πώς είναι ο τρόπος προσέγγισης; Υπάρχουν αλλαγές ανάλογα με το είδος της ταινίας που γυρίζετε;
-Ο κινηματογράφος για μένα είναι ένα "παιχνίδι" που γίνεται πάθος! Το να ανακαλύπτω κάθε φορά νέους κώδικες αφήγησης, σε διαφορετικά είδη είναι μεγάλη πρόκληση. Θα ήταν βαρετό για μένα, να κάνω το ίδιο ύφος και να άλλαζαν απλά οι ιστορίες. Γι' αυτό από μικρός ήμουν θαυμαστής του Κιούμπρικ που "πέρασε" από πολλά είδη με μοναδικό τρόπο.
-Σε καιρό κρίσης επιλέξατε να κάνετε μια ταινία στη χώρα μας και επιλέξατε για τόπο των γυρισμάτων τη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική. Γιατί;
-Πολλές φορές σκέφτηκα να φύγω απ' τη χώρα μου, όταν έβλεπα πως το μέλλον, ειδικά για τον κινηματογράφο, θα είναι δυσοίωνο. Αλλά από την άλλη, το πείσμα μου να παλεύω ακόμα και τα αδύνατα με έκανε να παραμείνω. Δεν ήθελα το παιδί μου να μεγαλώσει στο εξωτερικό, γιατί σίγουρα δεν θα γύριζε ποτέ! Και αυτό το ένιωθα μεγάλη προδοσία! Έτσι αποφάσισα να μείνω και να κάνω την ταινία μου εδώ φέρνοντας ξένους ηθοποιούς.
Ζω στη Θεσσαλονίκη και λατρεύω τη Χαλκιδική, όχι μόνο την παραθαλάσσια, αλλά και την ορεινή! Συχνάζω στην "Απολυμένη Πέτρα" (ένα εκπληκτικό συγκρότημα ορεινού τουρισμού στον Ταξιάρχη). Με τον ιδιοκτήτη και φίλο Στέργιο Καρανταγλή αποφασίσαμε να στήσουμε εκεί τα σκηνικά της απομονωμένης βίλας. Η βοήθεια του ήταν σημαντική χωρίς αυτόν δεν θα τα καταφέρναμε!
-Υπήρχαν δυσκολίες;
-Η πρώτη δυσκολία ήταν να κατακτήσω τους κώδικες του ψυχολογικού θρίλερ που μου ήταν άγνωστοι μέχρι τότε. Μετά, κατά τη διαδικασία παραγωγής οι δυσκολίες ήταν μεγάλες γιατί το είδος απαιτεί πολλές κατασκευές που τα οικονομικά μας δεν τις επέτρεπαν. Ευτυχώς όμως που οι συνεργάτες μου και οι φίλοι μου στάθηκαν στο πλάι μου και έτσι το ολοκληρώσαμε!
-Γιατί επιλέξατε να είναι μια αγγλόφωνη ταινία;
-Το σενάριο επέβαλε να είναι ξένοι οι ήρωες οπότε θα ήταν άσχημο να παίζουν έλληνες με κακή προφορά. Η Τες Σπέντζος έχει μητρική γλώσσα την αγγλική αφού είναι μισή ελληνίδα και μισή καναδή, ο Πήτερ Τζέραλντ είναι άγγλος ηθοποιός που υποδύεται τον άγγλο σύζυγο και ο Άρης Άθαν είναι ένας έλληνας ηθοποιός που έχει ζήσει και σπουδάσει στην Αγγλία.
-Παράλληλα ετοιμάζετε και το Ghost@net». Μιλήστε μας για αυτό…
-Είμαι στο μοντάζ του "Ghost@net", ένα ακόμα θρίλερ, αλλά πολύ διαφορετικό. Είναι ένα σκληρό σχόλιο πάνω στο τόσο επίκαιρο θέμα του bullying! Η ιστορία του μιλά για έναν ευαίσθητο νέο που αυτοκτονεί «ζωντανά» στο διαδίκτυο και επιστρέφει ως φάντασμα μέσω διαδικτύου να τιμωρήσει αυτούς που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Ελπίζω στους επόμενους μήνες να ολοκληρωθεί και έτσι να κλείσω την "θητεία" μου στα θρίλερ.
-Ποια τα επόμενα σχέδιά σας;
-Μετά από τόσο "μαύρο" στην οθόνη θα επιστρέψω σε κάτι φωτεινό. Με πολύ Ελλάδα που λατρεύω και πολύ χαρά! Το έχω ανάγκη πλέον να επιστρέψω στην κωμωδία για μια ανάσα και μετά ξαναβλέπουμε!