Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
Ένα φόνο που έγινε πενήντα χρόνια πριν, στον σταθμό του Μονάχου, θέλει να λύσει ο ερευνητής και σκιτσογράφος Παύλος Γ., ως οφειλή στον αστυνόμο πατέρα του. Όλα συνέβησαν το 1965, την ημέρα που στον ίδιο χώρο έφτανε ο Στέλιος Καζαντζίδης για να δώσει μια σειρά από συναυλίες σε όλη τη Γερμανία. Εκεί βρέθηκε δολοφονημένος ο έλληνας μετανάστης Στρατής Κοκκινίδης.
Ο φάκελος, που ονομάζεται «Πηνελόπη των τρένων», ανοίγεται εκ νέου, και ο ερευνητής αναζητά μαρτυρίες, βρίσκει στοιχεία, ακούει τραγούδια του Καζαντζίδη, και στο τέλος κατανοεί περισσότερα για τους μετανάστες, του χθες, αλλά και του σήμερα.
Η Μαρλένα Πολιτοπούλου στο αστυνομικό μυθιστόρημά της με τίτλο «Η Πηνελόπη των τρένων (εκδ. Μεταίχμιο) συνδέει τη μετανάστευση της δεκαετίας του ’60 με αυτήν της εποχής μας.
Με αφορμή τη στάση πολλών Ελλήνων απέναντι στους ξένους μετανάστες, θέλησε, αναφερόμενη στη μετανάστευση του ’60, να δείξει πως τίποτα δεν μας χωρίζει από αυτούς. Και πως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για ανθρώπους που ψάχνουν μια καλύτερη τύχη. «Θέλησα να ασχοληθώ με την εποχή. Να καταλάβω πώς έζησαν στη Γερμανία, να συνδέσω το τότε με το τώρα. Ένιωθα πως χρωστάμε σε αυτή την “αόρατη” στρατιά», δήλωσε σε συνέντευξη που μας παραχώρησε με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου της που έγινε πριν λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη.
Όσο για τον Καζαντζίδη; Αν και δεν ανήκει στις δικές τις μουσικές επιλογές, «μόλις αρχίσεις να μελετάς την ιστορία της μετανάστευσης στη Γερμανία πέφτεις πάνω στον Στέλιο», σημείωσε.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο;
-Κοιτάζοντας με έκπληξη τη στάση πολλών Ελλήνων απέναντι στους ξένους μετανάστες που έφτασαν στην Ελλάδα αναφερόμουν συνεχώς στην ελληνική μετανάστευση του εξήντα για να πείσω πως δεν μας χωρίζει τίποτα από αυτούς. Οι μετανάστες στην Αμερική μπορεί να έχουν μπερδευτεί με τα σενάρια αλλά οι μετανάστες στη Γερμανία ζουν ανάμεσα μας δεν είναι δυνατόν να μην βλέπουμε τη συγγένεια, να μην ταυτίζονται οι Έλληνες με τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους που ζητάνε στη χώρα μας μια καλύτερη τύχη, σκεφτόμουν. Κι έτσι θέλησα να ασχοληθώ με την εποχή. Να καταλάβω πώς έζησαν στη Γερμανία, να συνδέσω το τότε με το τώρα. Ένιωθα πως χρωστάμε σε αυτή την «αόρατη» στρατιά. Κι επιπλέον είμαι πολύ δεμένη με τον τόπο μου, με τρομάζει η ξενιτειά και μου αρέσει να παλεύω με θέματα που με ταράζουν, που με κάποιο τρόπο νιώθω πως έχω ανοιχτούς λογαριασμούς.
-Ο Καζαντζίδης τραγούδησε για την ξενιτιά. Η επιλογή να χρησιμοποιήσετε το όνομά του, τα τραγούδια του και τις συναυλίες του στην πλοκή του βιβλίου πώς λειτουργεί για τους ήρωες;
-Μόλις αρχίσεις να μελετάς την ιστορία της μετανάστευσης στη Γερμανία πέφτεις πάνω στον Στέλιο. Δεν μπορείς να τον παρακάμψεις αν θελήσεις να μιλήσεις για την ψυχή αυτών των ανθρώπων, τα πάθη τους, τους φόβους τους. Ο Καζαντζίδης δεν έχει οργανική σχέση με την πλοκή του μυθιστορήματος αλλά το διατρέχει σαν ένας κοινός τόπος μαζί με ένα υφαντό μαντήλι.
-Ποια η δική σας σχέση με τα τραγούδια του Καζαντζίδη;
-Δεν ανήκει ο μύθος του στη προσωπική μου σχέση με την ελληνική μουσική. Όμως μεγαλώνοντας εκτίμησα το εύρος της φωνής του και αγάπησα πολύ μερικά από τα τραγούδια του.
-«Η Πηνελόπη των τρένων» είναι ο τίτλος της υπόθεσης που πρέπει να λύσει ο κεντρικός σας ήρωας, Παύλος Γ.. Με τι θα έρθει αντιμέτωπος στην προσπάθειά του αυτή;
-Για να αναμετρηθείς με μια δύσκολη υπόθεση σαν κι αυτήν που πηγαίνει πίσω στον πόλεμο, στον εμφύλιο και στη μετανάστευση επαναπροσδιορίζεις την προσωπική σου στάση απέναντι σε αυτά τα θέματα αλλά σκαλίζεις και την οικογενειακή σου ιστορία. Αυτό συμβαίνει στον Παύλο Γ. και μέσα από αυτό το πρίσμα λύνει τον γρίφο που του έχει βάλει ο αστυνομικός πατέρας του. Η συμμετοχή του στην καταδίωξη ενός άστεγου πακιστανού θα του στοιχίσει έναν σπασμένο αστράγαλο αλλά και την απόφαση να σταθεί δίπλα στους μετανάστες ψάχνοντας την αλήθεια για το φόνο ενός Έλληνα εργάτη στον σταθμό του Μονάχου την ημέρα που έφτανε ο Καζαντζίδης για σειρά συναυλιών. Θα ακολουθήσει τα ίχνη ενός υφαντού που ήταν τυλιγμένο στο λαιμό του νεκρού και θα του «μιλήσει» για ένα μεγάλο έρωτα.
-Ποιος ο ρόλος του ιστορικού πλαισίου στα γεγονότα;
-Στο βιβλίο υπάρχουν δυο χρόνοι. Το 2014, χρονιά που γράφεται το βιβλίο, είναι και η χρονιά που ο Παύλος Γ. ερευνά μια παλιά ιστορία που κρύβει δύο φόνους στη δεκαετία του εξήντα. Συγχρόνως ασχολείται με τον φόνο ενός Έλληνα στο παλιό εργοστάσιο της Κολούμπια τον οποίο προσπαθούν να φορτώσουν σε έναν πακιστανό. Με τον τρόπο αυτό κοιτάζω την μετανάστευση έξω από εθνικά πλαίσια. Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι ο χρονικός τόπος των τελευταίων μου βιβλίων.
-Πώς αλλάζει η στάση του κεντρικού ήρωα απέναντι στους μετανάστες;
-Με την κατανόηση. Μόνο έτσι ξεπερνάμε όλοι τις αγκυλώσεις μας. Τότε το συναίσθημα απελευθερώνεται και συμπάσχουμε.
-Από την ξενιτιά της δεκαετίας του ’60 στην σημερινή ξενιτιά για εύρεση εργασίας. Τι έχει αλλάξει; Τι μένει ίδιο;
-Η αναζήτηση διεξόδου στα αδιέξοδα που φέρνει η ανεργία είναι ο κοινός παρανομαστής. Η διαφορά με τους Έλληνες που φεύγουν σήμερα είναι πως στην πλειοψηφία τους πρόκειται για ανθρώπους με σπουδές και πολλά προσόντα. Έχουν γλώσσα επικοινωνίας τουλάχιστον τα αγγλικά και είναι εξοικειωμένοι με την ζωή στις άλλες χώρες. Η νοσταλγία δεν θα πάψει να τους βασανίζει, πάντως. Και η αγωνία πως η επιστροφή δεν θα έρθει γρήγορα.