Σε ελάχιστες περιπτώσεις, ο –έστω διαδικτυακός– θρήνος υπήρξε τόσο πάνδημος, συλλογικός, ειλικρινής και αυθόρμητος. Ίσως να ηχεί παράξενο σε ορισμένους ότι ο θάνατος ενός ιδιοκτήτη μπαρ θα μπορούσε να πυροδοτήσει αντιδράσεις τέτοιας ορμής και έντασης. Αν και, ας είμαστε ειλικρινείς, αν είχες γνωρίσει, κατανοήσει, βιώσει και αισθανθεί τι σήμαινε το Berlin για τη Θεσσαλονίκη, είναι μάλλον αδύνατον να μη ρίξεις ένα νοητό δάκρυ για τον Θόδωρο Παπαδόπουλο. Τον «Μπερλινά» της Θεσσαλονίκης, έναν από τους τελευταίους των Μοϊκανών για μια ολόκληρη εποχή, αντίληψη και κοσμοθεωρία.
Η βαριά και ασήκωτη πόρτα του Berlin υπάρχει από το μακρινό 1979. Και ο απόηχος από τους θρύλους και τις ιστορίες για όσα θαυμαστά και αγριεμένα συνέβαιναν από πίσω της παρέμεινε ακλόνητος στα δικά μου φοιτητικά χρόνια, στις αρχές των 00s. Ο χαρακτηρισμός «ξενυχτάδικο», μολονότι εύστοχος και διόλου αναληθής, είναι στην πραγματικότητα πέρα για πέρα παραπλανητικός. Διότι το Berlin δεν ήταν απλώς ένα στέκι για κέφι ή ξεφάντωμα, ούτε ένα καταφύγιο για τους απαλλαγμένους από τον πρωινό φόρτο. Το Berlin ήταν ένα νυχτερινό ιερό, ένα προσιτό άβατο, όσο και αν ακούγεται αντιφατικός ο όρος.
Στο Berlin συναντούσες όλες τις φυλές της πόλης. Τα πανκιά και τους ροκάδες. Τους μηχανόβιους και τους κάγκουρες. Τους ίμο και τους γκοθάδες. Τους μεταλάδες και τους κυριλέδες που ψοφούσαν για μια φαντασιακή walk on the wild side. Τους ψαγμένους και τους άμαθους. Τα αγοροκόριτσα και τις κοκεταρίες. Τις παρέες που έκαναν απόβαση σαν τσούρμο και τους αμετανόητους μοναχικούς της νύχτας. Τους μπεκρήδες και εκείνους που την έβγαζαν με ένα ποτήρι νερό γιατί το αλκόολ τούς είχε ήδη στραγγίξει τη ζωή. Τους σαλεμένους νευρωτικούς από τα σιρόπια, τις παστίλιες και τα θολά νερά, τα σιωπηλά ναυάγια και καρυδότσουφλα της ζωής. Τους καψούρηδες και τους καυγατζήδες. Τις διασημότητες που έσκαγαν μύτη στην πόλη και ήθελαν να χαθούν, τους πόζερους που νόμιζαν ότι θα γίνουν διάσημοι εν μια νυκτί. Τους κουλτουριάρηδες και τους βαρεμένους. Τους εν αποστρατεία θρύλους από το ένδοξο ροκ παρελθόν της Σαλονίκης και τους νιόφερτους Αθηνέζους φασαίους τουρίστες, που αποζητούσαν λίγο couleur locale για να πασπαλίσουν τις αφηγήσεις τους.
To Berlin υπήρξε πρωτοποριακή γιάφκα, στη ψευδο-τεχνοκρατική αργκό του σήμερα θα το έλεγες και hub καινοτομίας. Ντι τζέι με πικάπ όπως πουθενά αλλού στην Ελλάδα για μπόλικο καιρό, μουσικές εισαγωγές σαν πολύτιμα λαθραία, αληθινό οπτικό ντεφιλέ από σπάνια μουσικά και καλλιτεχνικά βίντεο σε διάσπαρτες οθόνες, διακόσμηση σαν διαδραστικό work-in-progress με τη συμμετοχή των θαμώνων. Ακόμη και όταν είχαν κοπάσει τα αγριεμένα χρόνια της αναζήτησης νοήματος και της κυοφορούμενης αστικής ανυπακοής, στη δεκαετία 2000-2010, όταν και έζησα το Berlin από (σχετικά) πρώτο χέρι, ακόμη και η απλή διαδρομή μέχρι το βάθος του μαγαζιού ή τις τουαλέτες κατέληγε ξενάγηση σε ανθρώπινα αξιοθέατα. Και η έξοδος στον κανονικό κόσμο, με τα μάτια να τσούζουν από την εναλλαγή σκοτάδι-φως, θύμιζε πέρασμα στον χωροχρόνο.
Σε κάποιο σημείο της μπάρας, αν σήκωνες για μια στιγμή το βλέμμα λίγο πιο ψηλά, αντίκριζες τον Ουρανό πάνω από το Βερολίνο, όπως είναι ο πρωτότυπος γερμανικός τίτλος της ταινίας Τα φτερά του έρωτα του Βιμ Βέντερς. Η Μαριόν της ταινίας, ατρόμητη να κάνει κούνια πάνω από το κενό, η πανέμορφη Σολβέιγ Ντομαρτέν, που είπε να γίνει αθάνατη στα 45 της, να μας εποπτεύει στοργικά. Είκοσι ακριβώς χρόνια πριν –το γράφεις και ανατριχιάζεις, γιατί αντιλαμβάνεσαι με ρίγος ότι ο χρόνος είναι το πιο άγριο θηρίο–, τον μουντό Νοέμβρη του 2006, ο Βέντερς κατέφθασε στη Θεσσαλονίκη, επίτιμος καλεσμένος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Και μια βροχερή νύχτα, χωρίς κουστωδίες και παρατρεχάμενους, μακριά από καθωσπρέπει τραπεζώματα και αποστειρωμένες διασκεδάσεις, έσκασε ολομόναχος στο Berlin.
Κορδωτός σαν παγόνι, με ένα ουίσκι στο χέρι και δίχως να αποχωριστεί στιγμή τη μουσκεμένη του καμπαρντίνα, κοιτούσε χαμογελώντας την αφίσα της ταινίας του. Ακόμη αναρωτιέμαι αν του το είχε σφυρίξει κάποιος ή αν είχε έρθει από μόνος του. Δεν τον ρώτησα, δεν του μίλησα, δεν τον πλησίασα, απλώς στεκόμουν κάπου εκεί δίπλα και τον χάζευα με δέος. Απόλυτα βέβαιος πως κάθε έκπτωτος άγγελος που βουτάει από τα σύννεφα για να βρει τον Έρωτα και τον Θάνατο, όπως ο Μπρούνο Γκαντς στην ταινία, θα ερχόταν με τη μία στο Berlin και πουθενά αλλού.
