Της Κωνσταντίνας Καδέρη
Σε διαδικασία αξιολόγησης από τον Δήμο Θεσσαλονίκης βρίσκεται πρόταση για την ανάπλαση του πάρκου τσέπης στη συμβολή των οδών Αγαπηνού και Ιωάννου Μιχαήλ, κοντά στην εκκλησία της Υπαπαντής, στο κέντρο της πόλης.
Το συγκεκριμένο πάρκο, που στο παρελθόν συντηρούνταν από κατοίκους της περιοχής και εγκαταλείφθηκε με την πάροδο του χρόνου, αναμένεται να αναμορφωθεί πλήρως, καθώς δημότισσα προτίθεται να καταθέσει μελέτη και να αναλάβει την ανάπλαση του, στη μνήμη του πατέρα και της μητέρας της.
Η εν λόγω πρόταση εντάσσεται στο πλαίσιο της δράσης «Υιοθετώ το παρκάκι της γειτονιάς μου», που υλοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια, μέσω της οποίας πολίτες, επιχειρήσεις και συλλογικότητες μπορούν να «υιοθετούν» δημόσιους χώρους πρασίνου και να συμμετέχουν εθελοντικά στη φροντίδα και τη συντήρησή τους.
Δείτε φωτογραφίες του TyposThes:
«Οποιοσδήποτε πολίτης, σύλλογος ή επιχείρηση μπορεί να υιοθετήσει έναν χώρο πρασίνου στη γειτονιά του», αναφέρει στον Τύπο Θεσσαλονίκης ο Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος, Αστικού Πρασίνου και Πανίδας Βασίλης Διαμαντάκης, εξηγώντας ότι η διαδικασία ξεκινά με σχετικό αίτημα και επικυρώνεται με απόφαση του Δήμου. Όπως διευκρινίζει, το πρόγραμμα δεν αφορά αποκλειστικά «πάρκα τσέπης» ή μικρούς χώρους. «Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που κάποιος ανέλαβε μόνο μια νησίδα πρασίνου ή ένα παρτέρι, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιχειρήσεις εξέφρασαν ενδιαφέρον για ολόκληρα πάρκα. Υπάρχουν καταστήματα, για παράδειγμα, που έχουν αναλάβει τα παρτέρια μπροστά από τα μαγαζιά τους, όπως το Κόκκινο Σπίτι στην Αγίας Σοφίας ή στην Καμάρα, και τα έχουν μετατρέψει σε όμορφους χώρους πρασίνου», σημειώνει ο κ. Διαμαντάκης.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η πρωτοβουλία για την υιοθεσία ενός χώρου πρασίνου δεν προέρχεται μόνο από πολίτες, αλλά και από τον ίδιο τον Δήμο, ο οποίος εντοπίζει σημεία με μεγαλύτερες ανάγκες και τα προτείνει σε ενδιαφερόμενους. «Υπάρχουν δύο δρόμοι. Είτε έρχεται κάποιος και μας λέει “θέλω αυτό το πάρκο”, είτε μας ζητά να του υποδείξουμε εμείς έναν χώρο. Τότε προτείνουμε σημεία που είναι παραμελημένα ή θεωρούμε ότι έχουν ανάγκη από παρέμβαση», εξηγεί ο κ. Διαμαντάκης.
Η διάρκεια κάθε “υιοθεσίας” παραμένει ανοιχτή και καθορίζεται από τις προθέσεις του ενδιαφερόμενου. «Μπορεί κάποιος να αναλάβει τη φροντίδα για δύο ή τρία χρόνια ή και για περισσότερο. Δεν υπάρχει περιορισμός. Πρόκειται για μια εθελοντική χορηγία προς τη γειτονιά και την πόλη», σημειώνει. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανταπόκριση είναι σταθερά θετική, με αυξανόμενο ενδιαφέρον, κυρίως από επαγγελματίες.
«Ο Δήμος επιδιώκει τη συνεργασία όλων των δημοτών, των επαγγελματιών, των επιχειρήσεων και των συλλογικών φορέων στη φροντίδα του αστικού πρασίνου. Όταν αναβαθμίζεται ένας χώρος μπροστά σε ένα κατάστημα, το όφελος είναι διπλό – η επιχείρηση επωφελείται από τη βελτιωμένη εικόνα και η πόλη συνολικά αναβαθμίζεται», καταλήγει ο Αντιδήμαρχος.
Ο «χάρτης» του πρασίνου στη Θεσσαλονίκη – Τι έχει γίνει, τι σχεδιάζεται
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει προχωρήσει από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα στην ολική ανάπλαση 11 πάρκων, «πολλά εκ των οποίων δεν είχαν δεχθεί καμία παρέμβαση για περισσότερα από 10 χρόνια». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το πάρκο Μουσχουντή στη Β’ Δημοτική Κοινότητα, η πλατεία Ρομφέη (γνωστή και ως Κουλέ Καφέ) στην Άνω Πόλη, η πλατεία Καλλιθέας, το πάρκο Λυγγερίδη στο κέντρο, το πάρκο Αλκμήνης στη Χαριλάου, ο Πύργος Τριγωνίου , το πάρκο Νίκου Παπάζογλου στον Άγιο Θεράποντα και το πάρκο στη Νέα Παραλία, πίσω από το άγαλμα Καραμανλή.
Παράλληλα, την προηγούμενη εβδομάδα παραδόθηκαν τρία νέα Πάρκα Τσέπης, στο πλαίσιο του προγράμματος ΔΕΗ Mini Parks, στη Δημοτική Ενότητα Τριανδρίας (Εθνικής Αντιστάσεως & Σαράφη), στην Α’ Δημοτική Κοινότητα (Ιασωνίδου & Αγίου Δημητρίου) και στη Γ’ Δημοτική Κοινότητα (Τζαχείλα & Κωνσταντοπούλου).
Αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη παρεμβάσεις σε ακόμη τρία πάρκα, ενώ ο στόχος του Δήμου είναι μέχρι την άνοιξη να έχουν ολοκληρωθεί συνολικά 15 έργα αναβάθμισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δήμου, στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν 245 πάρκα – μικροί και μεγαλύτεροι ελεύθεροι χώροι που απαιτούν τακτική φροντίδα. Από αυτά, περίπου 80 είναι μεγάλης έκτασης και με έντονη επισκεψιμότητα, όμως τουλάχιστον τα μισά εξ αυτών βρίσκονται σε ανάγκη πλήρους ανάπλασης.
