Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Σε χαμηλές πτήσεις δείχνουν να κινούνται οι στειρώσεις αδέσποτων ζώων στη Θεσσαλονίκη, όπως διαπίστωσε ομάδα εθελοντών μέσα από ευρωπαϊκό πρόγραμμα που υλοποίησε ο Πολιτιστικός Οργανισμός Μακεδονίας- Θράκης «Εσαεί εν Ροή».
Πιο συγκεκριμένα, το 2025, 16 εθελοντές από διάφορες χώρες αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν έτσι ώστε να βοηθήσουν τα αδέσποτα ζώα της πόλης, και να ευαισθητοποιήσουν περισσότερο το κοινό.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με την κ. Ελένη Καβαζίδου, επιβλέπουσα του project η οποία αρχικά είπε:
«Οι διαδικασίες με τις οποίες προχωρήσαμε στην αποτύπωση των αποτελεσμάτων, προέκυψαν από συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια που δόθηκαν σε εκπροσώπους χωρών οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε πάρα πολλές ερωτήσεις, επισκέψεις μελέτης, επιτόπια καταγραφή με φωτογραφικό υλικό, και ταυτόχρονα συνεντεύξεις και επισκέψεις σε pet shops. Έχουμε μια ομάδα νέων οι οποίοι τοποθετούνται και καταθέτουν την προσωπική τους εμπειρία αλλά και τις γνώσεις τους, διότι όλοι επιλέχθηκαν με μεγάλη προσοχή. Είχαν κάποια σχέση με το περιβάλλον, σπουδές κλπ ενώ είχαμε και εκπαιδευτές ζώων».
«Σύμφωνα με τις συζητήσεις που κάναμε με κτηνιάτρους της πόλης οι στειρώσεις γενικά αφορούν κυρίως τα σκυλιά και όχι τις γάτες. Για τις γάτες είναι πολύ σπάνιο να μπουν σε τέτοια διαδικασία. Το φωτογραφικό μας υλικό είχε αδέσποτα σκυλιά αλλά η πλειάδα είναι γάτες. Η πλειοψηφία μαρτυρά ότι τα αδέσποτα στη Θεσσαλονίκη είναι κατά κύριο λόγο γάτες, οι οποίες δεν στειρώνονται» ανέφερε η κ. Καβαζίδου.
Εκτός από τη χρηματοδότηση, η κ. Καβαζίδου δήλωσε χαρακτηριστικά ότι υπάρχει πρόβλημα και στο θέμα των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού.
«Όχι, μόνο είναι ανεπαρκής η χρηματοδότηση, αλλά ούτε και οι υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες. Σχετικά με τις αρχές υγιεινής οι εθελοντές τοποθετήθηκαν ότι αυτό δεν αφορά το κράτος..διέκριναν δύο μεγάλες κατηγορίες, της ευθύνης των πολιτών και τις υποδομές. Δεν υπάρχουν σταθερά κονδύλια για όλους τους φορείς που ασχολούνται με τη φροντίδα των αδέσποτων από όλους τους δήμους. Αυτό αφορά στην πολιτική βούληση του τοπικού Δημοτικού συμβουλίου. Πρώτα παρατηρείς το πρόβλημα και μετά πας να το λύσεις. Πόσοι δήμοι έχουν κάνει αυτήν την έρευνα; Μέσα από τη μελέτη μπορείς να προσδιορίσεις πού υπάρχει ανάγκη στον τόπο» τόνισε.
«Θα μιλήσω εμπιστευόμενη τις τοποθετήσεις τρίτων. Αυτό που φαίνεται είναι ότι κάθε δήμος έχει κάποια έσοδα πάνω σε αυτό, και τα διαχειρίζεται με τον τρόπο που θεωρεί πιο εποικοδομητικό.
Το θέμα των αποφάσεων ίσως λίγο χωλαίνει, όπως και η οριζόντια εφαρμογή των νόμων σε όλους τους χώρους» συμπλήρωσε σχετικά με τις χρηματοδοτήσεις.
Η κ. Καβαζίδου, αναφέρθηκε και στην ευαισθητοποίηση των πολιτών τονίζοντας χαρακτηριστικά πως θα πρέπει να γίνουν πιο συνειδητοποιημένοι.
«Θα πρέπει να υπάρχει μια βασική επιμόρφωση για το πώς διαχειρίζομαι το ζωάκι μου, όπως υπάρχει π.χ. επιμόρφωση στην οδήγηση από τις σχολές. Ο πολίτης, θα πρέπει να μα μάθει να μεριμνά για βασικές αρχές υγιεινής.
Έχουμε ένα μεγάλο θέμα σε αυτό, και λέμε ότι ο πολίτης πρέπει να γίνει πιο συνειδητοποιημένος. Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία στις προτάσεις είναι ότι πρέπει να υπάρχουν Κινητές Μονάδες για τα αδέσποτα, δηλαδή κτηνιατρικές κινητές μονάδες. Ένα δημοτικό κτηνιατρείο στον δήμο Θεσσαλονίκης σαφώς δεν είναι αρκετό. Ο δήμος Θεσσαλονίκης πρωτοπορεί, αλλά δεν υπάρχει άλλο Δημοτικό κτηνιατρείο στον νομό. Υπάρχει και το πάρκο σκύλων, και η εξειδίκευση στον χαρακτηρισμό του πάρκου δείχνει μια ωριμότητα, καθώς περιορίζει το ότι δεν θα υπάρχουν γάτες κλπ. Αυτό εκτός από την ωριμότητα, δείχνει και το ότι έγινε μελέτη».
Η κ. Καβαζίδου, μίλησε και για το αν επαρκούν τα εθνικά προγράμματα, αναφέροντας πως ναι μεν υπάρχουν, ωστόσο δεν είναι αρκετά από μόνα τους.
«Υπάρχουν προγράμματα αλλά δεν επαρκούν. Τα βλέπουμε συσσωρευμένα σε συγκεκριμένες περιοχές, και τα κονδύλια δεν απορροφώνται σε όλες τις περιοχές της χώρας. Κάποιες περιοχές είναι πολύ ανεπτυγμένες, αλλά η καλή απόδοση εντοπίζεται τοπικά. Στη Θεσσαλονίκη προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επικοινωνία με συλλόγους και δεν πήραμε απαντήσεις» τόνισε.
Στη συνέχεια, επανέλαβε ότι «τα δημοτικά κτηνιατρεία δεν επαρκούν» ενώ μιλώντας για την κτηνιατρική σχολή του πανεπιστημίου, τόνισε ότι «όταν κάναμε αίτημα να την επισκεφθούμε, βρήκαμε εμπόδια. Η επιστήμη δηλαδή δεν είναι κοντά στην κοινωνία. Φάγαμε πόρτα από την κτηνιατρική σχολή ενώ έπρεπε να γίνει το αντίθετο».
Η ίδια, στάθηκε ιδιαίτερα στο πρόβλημα της εξάρτησης από εθελοντές, τονίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί δραματικά οι εθελοντικές δράσεις.
«Εμείς πήγαμε σε καταφύγιο ζώων και το είδαμε εγκαταλελειμμένο. Ήταν μια κυρία εκεί και προσπαθούσε να κάνει κάποια πράγματα. Η νεολαία όμως δεν υπήρχε εκεί. Εμείς παρατηρήσαμε ότι δεν υπάρχουν εθελοντές και όσοι υπάρχουν είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι. Η συγκεκριμένη κυρία μας ανέφερε ότι έχουν μειωθεί δραματικά οι εθελοντικές δράσεις. Τα πράγματα άλλαξαν κυρίως κατά τη διάρκεια του κορωνοϊού, διότι μετά δεν επανήλθε η κινητικότητα των εθελοντών» είπε.
Τέλος, για τα μέτρα που προτείνονται για την αύξηση των στειρώσεων σε αδέσποτα είπε:
«Οι προτάσεις ήταν κινητά κτηνιατρεία, και να στελεχωθούν και να υποστηριχθούν τα καταφύγια με τα κονδύλια, να συνεργάζεται δηλαδή ο Δήμος με τα καταφύγια. Η Θεσσαλονίκη έχει 7-8 καταφύγια τα οποία όμως δεν υποστηρίζονται από κάπου, και για να μάθεις γι' αυτά πρέπει να ψάξεις».
