Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Περισσότερα από 460 πιθανά θύματα εμπορίας ανθρώπων εντοπίστηκαν τα τελευταία δύο χρόνια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αποκαλύπτοντας μια «αόρατη» πραγματικότητα πίσω από την επαιτεία στους δρόμους. Πρόκειται για υπηκόους Βουλγαρίας και Ρουμανίας, οι οποίοι βρίσκονται συχνά εκτός του «ραντάρ» των μηχανισμών προστασίας, με την ΑΡΣΙΣ να έρχεται σε συνεργασία με φορείς των Βαλκανίων έτσι ώστε να ενισχυθούν οι μηχανισμοί εντοπισμού, προστασίας και διακρατικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με τον δικηγόρο, συντονιστή της ειδικής δράσης κ. Βαλάντη Παπαθανασίου ο οποίος μιλώντας για το πρόγραμμα είπε:
«Τα τελευταία 2 χρόνια που υλοποιούμε την ειδική δράση έχουμε εντοπίσει περίπου 460 πιθανά θύματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Είναι μια εικόνα αρκετά αυξημένη. Τα προηγούμενα έτη όμως η εικόνα που είχαμε ήταν περιορισμένη. Ο αριθμός που έχουμε εντοπίσει αφορά υπηκόους της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας».
Για το κατά πόσο η συνεργασία των συγκεκριμένων χωρών γύρω από αυτό το θέμα είναι ουσιαστική, ο κ. Παπαθανασίου είπε:
«Η συνεργασία η πραγματική υπάρχει, και αυτό το δημιουργήσαμε από την ειδική δράση που τρέχαμε 2,5 χρόνια. Ο κοινός στόχος των εταίρων αυτών των 3 χωρών ήταν να μπορέσουμε να χτίσουμε καλές πρακτικές για να ενισχύσουμε τους μηχανισμούς εντοπισμού αλλά και υποστήριξης των πιθανών θυμάτων εμπορίας. Έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε ένα κοινό εργαλείο. Δημιουργήσαμε ένα πρωτόκολλο συνεργασίας, ένα διακρατικό πρωτόκολλο συνεργασίας το οποίο υλοποιείται από τους εταίρους αυτών των 3 χωρών το οποίο καλύπτει κάποια κενά που εντοπίσαμε ότι υπάρχουν στις διαδικασίες. Αυτό αφορά διαδικασίες εντοπισμού υποστήριξης και επαναπατρισμού των θυμάτων που εντοπίζονται στην Ελλάδα από αυτές τις χώρες και καθορίζει το πώς η χώρα, ο κάθε εταίρος, η κάθε υπηρεσία του προγράμματος το πώς συνδράμει έτσι ώστε το θύμα να επωφεληθεί και να επαναπατριστεί. Ο ρόλος των 3 χωρών είναι πολύ σημαντικός. Μέχρι σήμερα υπήρχε ένα κενό στη συνεργασία των χωρών αυτών, το οποίο θέλουμε να πιστεύουμε πως κάπως το έχουμε καλύψει με αυτό το πρωτόκολλο συνεργασίας».
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε και με τον κοινωνικό λειτουργό της ειδικής δράσης streetwork της ΑΡΣΙΣ στη Θεσσαλονίκη κ. Νίκο Κωτούλα ο οποίος αναφέρθηκε στις υπηρεσίες που παρείχαν στα πιθανά θύματα εμπορίας.
«Οι υπηρεσίες που παρείχαμε στα πιθανά θύματα εμπορίας αφορούσαν την ψυχοκοινωνική τους υποστήριξη, διανομή ειδών πρώτης ανάγκης, τροφίμων, ρούχων κλπ. Αρκετοί άνθρωποι ήταν άστεγοι επομένως δινόταν η δυνατότητα να μπορούν να βάλουν ένα πλυντήριο, και να περάσουν κάποιον χρόνο σε ένα προστατευμένο περιβάλλον αν το επιθυμούσαν. Είχαμε μια υπηρεσία που αφορούσε την επείγουσα και έκτακτη φιλοξενία στις περιπτώσεις όπου υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις και τα άτομα αυτά ήταν σε άμεσο κίνδυνο. Επίσης υπηρεσίες νομικής συμβουλευτικής προς τα πιθανά θύματα, και ήμασταν σε άμεση συνεργασία με τις Αρχές τόσο με την εισαγγελία ανηλίκων σε περιπτώσεις που εντοπίζονταν ανήλικα που είχαν ενδείξεις θυματοποίησης αλλά και με υπηρεσίες της αστυνομίας για την αναφορά περιστατικών που βλέπαμε ενδείξεις πιθανής θυματοποίησης ή εκμετάλλευσης. Προφανώς δεν ήταν δική μας αρμοδιότητα να πούμε ποιο άτομο είναι θύμα εμπορίας ή όχι. Διακρίναμε κάποιες ενδείξεις προκειμένου να γνωστοποιηθούν στους αρμόδιους φορείς» είπε.
Για το ποιες είναι οι ενδείξεις ότι πίσω από την επαιτεία μπορεί να κρύβεται κάποιο κύκλωμα, ο κ. Κωτούλας είπε:
«Υπάρχει και ένα πιο γενικό πλαίσιο που μπορεί να εντοπίσει τους ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο αλλά στο κομμάτι της πιθανής εμπορίας ή εκμετάλλευσης ήταν σε κάποια περιστατικά π.χ. ένα επαναλαμβανόμενο κοινό μοτίβο ως προς την επαιτεία. Για παράδειγμα μπορεί να βλέπαμε τη λέξη πεινάω, να ήταν γραμμένη με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα και με την ίδια γραμματοσειρά. Αυτό πιθανόν μας βάζει σε υποψίες ότι θα μπορούσε να είναι κάτι πιο συντονισμένο. Στην πρώτη φάση κυρίως των παρεμβάσεων του προγράμματος, εντοπίσαμε αρκετά το φαινόμενο της επαιτείας υπό τη συνοδεία μικρών ζώων συντροφιάς, κατά βάση σκύλων ράτσας. Εκεί υπήρχε μια κοινή αφήγηση των ανθρώπων με το ιστορικό τους.
Στη Θεσσαλονίκη η πλειοψηφία ήταν άντρες, λιγότερες γυναίκες, και λιγότερα τα ανήλικα».
Παράλληλα ο κ. Κωτούλας κλήθηκε να απαντήσει και στο αν υπάρχουν περίοδοι που το φαινόμενο είναι πιο συχνό, αναφέροντας πως υπάρχει μια αύξηση στα πιθανά θύματα κατά τις περιόδους των γιορτών.
«Προφανώς η επαιτεία είναι πολύ συνδεδεμένη με την εμπορική δραστηριότητα, δηλαδή χώροι και περιβάλλοντα που υπάρχει η ενεργός αγορά, εκεί υπάρχει περισσότερος κόσμος που θα επαιτήσει. Κατά τις περιόδους των γιορτών, υπάρχει μια μεγάλη αύξηση των πιθανών εν δυνάμει θυμάτων εμπορίας, σε πολυκαταστήματα. Μπορώ να σας πω ότι γενικά την περίοδο των Χριστουγέννων κατέφτασαν αρκετοί άνθρωποι από τη Βουλγαρία και αυτό πιθανόν να οφείλεται και στη γεωγραφική εγγύτητα των δύο χωρών αλλά και στην ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη Σένγκεν. Υπάρχει η περιοδική επαιτεία, μπορεί να δούμε ανθρώπους να επαιτούν να χάνονται, να έρχονται ξανά τύπου για Σαββατοκύριακα. Το καλοκαίρι ο κόσμος μεταφέρεται σε τουριστικούς προορισμούς και γενικά σε πιο παραθαλάσσια σημεία, και γι' αυτό το πρόγραμμά μας ήταν αρκετά ευέλικτο ως προς τα σημεία που κάλυπτε. Οι παρεμβάσεις μας δεν περιορίστηκαν μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Βορείου Ελλάδος και παραθαλάσσιους προορισμούς όπως στη Χαλκιδική στο Αιγίνιο, στις Σέρρες στην Ξάνθη στην Καβάλα στη Δράμα. Εκτός από τη δική μας αυτοψία στα σημεία εννοείται ότι εστιάσαμε στο κομμάτι της διασύνδεσης με άλλες υπηρεσίες και φορείς από την τοπική κοινωνία προκειμένου να συνδράμουν στο έργο μας και εμείς στο δικό τους όπου μπορούμε να συνεργαστούμε».
Όσον αφορά το κατά πόσο είναι εύκολο ή δύσκολο να πλησιάσουν κάποιο άτομο για να τους μιλήσει, ο κ. Κωτούλας στάθηκε ιδιαίτερα και στην σημαντικότητα της συνεργασίας με την κοινότητα.
«Η ΑΡΣΙΣ έχει μια πολυετή εμπειρία και διαμορφώσαμε μια μεθοδολογία και αναπτύξαμε καλές πρακτικές προκειμένου να προσεγγίζουμε και να υποστηρίζουμε τα πιθανά θύματα με τον βέλτιστο τρόπο, τον πιο ασφαλή τρόπο. Καταρχάς μεγάλο κομμάτι είναι η παρατήρηση και η χαρτογράφηση, δηλαδή να βρεις τα σημεία που υπάρχει ο κόσμος, και στη συνέχεια η συμμετοχική παρατήρηση. Δεν είναι δηλαδή ότι απλά βλέπεις ένα σημείο αλλά προσπαθείς να συλλέξεις πληροφορίες. Εκεί έγκειται και η συνεργασία με την κοινότητα. Η επικοινωνία π.χ. με ένα κατάστημα μπορεί να μας δώσει πολύ χρήσιμες πληροφορίες σε σχέση με το άτομο που θέλουμε να προσεγγίσουμε. Οι street worker μας μιλούσαν τη γλώσσα των πιθανών θυμάτων δηλαδή βουλγαρικά και ρουμανικά, κάτι το οποίο βοηθάει στην άμεση επικοινωνία με τα πιθανά θύματα.
Εμείς επιλέγουμε να μη χρησιμοποιούμε διακριτικά στις παρεμβάσεις μας επειδή πολλές φορές οι άνθρωποι φοβούνται ότι μπορεί να είναι κάποια κατασταλτική αρχή. Διανείμαμε επίσης και ενημερωτικά φυλλάδια στη γλώσσα από τη χώρα καταγωγής τους, έτσι ώστε να ενημερώνονται τα πιθανά θύματα.
Η αποκάλυψη της ταυτότητας της ομάδας μας γινόταν είτε σταδιακά, είτε δεν γινόταν καθόλου και αυτό είχε να κάνει τόσο με την προστασία του πιθανού θύματος, όσο και με την προστασία του εργαζόμενου και του ίδιου του προγράμματος και την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς του. Στην περίπτωση που γνωστοποιούταν η δική μας δραστηριότητα στην "πιάτσα" θα μπορούσε κάλλιστα να έχουμε σοβαρά ζητήματα στην εργασία μας, είτε να μη μας μιλάνε οι άνθρωποι, είτε προσωπικές απειλές. Δεν έχει τύχει να κινδυνεύσουμε επειδή προσέξαμε αυτές τις διαδικασίες» είπε.
«Στη Θεσσαλονίκη γενικά είχε παρατηρηθεί και από άλλα προγράμματα της ΑΡΣΙΣ ότι υπάρχει πληθυσμός από Βουλγαρία και Ρουμανία επομένως εστιάσαμε εκεί» συμπλήρωσε σχετικά με το γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες χώρες.
Παίρνοντας τον λόγο ο δικηγόρος κ. Βαλάντης Παπαθανασίου, υπογράμμισε ότι «είχαμε αντιληφθεί ότι υπάρχει ανάγκη στον δρόμο, ωστόσο το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι ήταν Ευρωπαίοι πολίτες, αυτό τους απέκλειε από τους μηχανισμούς προστασίας της πολιτείας και ήταν κάπως αόρατοι στα μάτια της».
«Κάτι σημαντικό που έχουμε αντιληφθεί πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα ήταν το γεγονός ότι στη χώρα μας γενικά υπήρχαν υπηρεσίες υποστήριξης σε πιθανά θύματα εμπορίας καταγόμενα από τρίτες χώρες. Είχαμε αντιληφθεί ότι υπάρχει ανάγκη στον δρόμο, ωστόσο το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι ήταν Ευρωπαίοι πολίτες, αυτό τους απέκλειε από τους μηχανισμούς προστασίας της πολιτείας και ήταν κάπως αόρατοι στα μάτια της. Η ΑΡΣΙΣ είχε αντιληφθεί ότι υπάρχουν άνθρωποι υπό εκμετάλλευση από αυτές τις χώρες, και αποφασίσαμε να υλοποιήσουμε το πρόγραμμα σε συνεργασία με το ΕΚΚΑ αλλά και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βοηθήθηκαν οι άνθρωποι που μέχρι σήμερα υπήρχαν στον δρόμο και ήταν υπό εκμετάλλευση αλλά δεν τους "έβλεπε" η πολιτεία επειδή είναι Ευρωπαίοι πολίτες».
Όσον αφορά τα εμπόδια και τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν, ο κ. Κωτούλας είπε:
«Δεν είναι ένα το εμπόδιο, αλλά ενδεικτικά σχετίζονται με τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης καθώς δεν υπάρχει εξαρχής η αποκάλυψη της ταυτότητας της ομάδας και οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια συνθήκη δρόμου. Τους προσεγγίζεις δηλαδή ως ένας άγνωστος εκείνη τη στιγμή. Το να αναγνωρίσεις και να προσδιορίσεις τους δείκτες θυματοποίησης. Ένα άτομο για να έχει ενδείξεις θυματοποίησης πολλές φορές είναι βοηθητικό το τι προκύπτει από το ιστορικό του, τις αφηγήσεις του. Η πλειοψηφία των ανθρώπων, το ιστορικό τους μπορεί να είναι πολύ αντιφατικό. Μπορεί πχ να πει την πρώτη φορά ότι είναι μόνος του, τη δεύτερη φορά με την οικογένειά του κλπ. Εδώ έρχεται το κομμάτι της παρατήρησης που είναι σημαντικό. Γι' αυτό κάνουμε παρεμβάσεις σε διαφορετικές βάρδιες, προκειμένου να έχουμε μια πιο ολιστική εικόνα της διακύμανσης του φαινομένου στην πόλη μας. Η συχνή μετακίνηση των ατόμων και η απουσία από τα σημεία εντοπισμού για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αποτελεί και αυτό σημαντική πρόκληση προς την υποστήριξή τους. Είναι μια δουλειά που γίνεται σε εξωτερικό χώρο, και επηρεάζουν οι καιρικές συνθήκες αλλά και οι εξωγενείς παράγοντες».
Τέλος ο κ. Παπαθανασίου είπε:
«Η συνέχιση και ενδυνάμωση αντίστοιχων διακρατικών πρωτοβουλιών είναι μια αναγκαία συνθήκη για να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική στα Βαλκάνια κατά της εμπορίας ανθρώπων. Η βιωσιμότητα και η επίδραση αυτής της δράσης και της διακρατικής συνεργασίας που είχαμε, είναι πολύ σημαντικό να εξασφαλιστεί. Θα θέλαμε η πολιτεία να κάνει αντίστοιχες κινήσεις τόσο με τη συνεργασία της ΑΡΣΙΣ όσο και με άλλους φορείς, και είναι σημαντικό αυτό που έχουμε ήδη χτίσει και υλοποιήσει να συνεχίσει να υπάρχει τα επόμενα χρόνια, καθώς το ζήτημα υπάρχει, η εμπορία ανθρώπων είναι ένα σοβαρό κακούργημα που γίνεται καθημερινά στους δρόμους όλης της Ελλάδας, και είναι σημαντικό αυτό να αντιμετωπιστεί».
