Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Θεσσαλονίκη: Ραγδαία μείωση στα καθαριστήρια – Έσβησε το 90% των επιχειρήσεων

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Με σχεδόν 9 στα 10 στεγνοκαθαριστήρια να λειτουργούν ως ατομικές επιχειρήσεις και τους νέους να γυρίζουν την πλάτη στο επάγγελμα, εντείνεται η αγωνία για το μέλλον του κλάδου

Της Κωνσταντίνας Καδέρη

Σε δύσκολη θέση βρίσκονται τα παραδοσιακά στεγνοκαθαριστήρια στη Θεσσαλονίκη, με τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου να πιέζονται από τη μείωση της κατανάλωσης, τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα, την έλλειψη διαδοχής από νεότερους επαγγελματίες και τον ανταγωνισμό από νέες μορφές υπηρεσιών καθαρισμού.

Όπως ανέφερε στον «Τύπο Θεσσαλονίκης» ο κ. Βαγγέλης Σαρακατσάνος, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Στεγνοκαθαριστηρίων, Ταπητοκαθαριστηρίων, Πλυντηρίων, Σιδερωτηρίων, Βαφείων και Συναφών Επαγγελμάτων, «αυτή την εποχή πραγματικά έχουμε ένα θέμα με το παραδοσιακό καθαριστήριο».

Ο ίδιος, με περίπου 40 χρόνια παρουσίας στον χώρο και πολυετή συνδικαλιστική δράση, έχοντας διατελέσει και πρόεδρος του τοπικού σωματείου Θεσσαλονίκης, σημειώνει ότι πολλά παλιά καταστήματα έχουν κλείσει κυρίως λόγω συνταξιοδότησης. Το βασικό πρόβλημα, όπως λέει, είναι ότι δεν υπάρχει συνέχεια.

«Δυστυχώς δεν υπάρχει η νεολαία, οι νέοι που να θέλουν να ασχοληθούν με αυτό το επάγγελμα», τονίζει, χαρακτηρίζοντας το στεγνοκαθαριστήριο «ένα επάγγελμα σοβαρότατο», που προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον καταναλωτή, καθώς συνδέεται με την υγιεινή και την καθαριότητα.

Σύμφωνα με τον κ. Σαρακατσάνο, πρόκειται για μια εργασία που απαιτεί γνώση και τεχνογνωσία. Όπως εξηγεί, οι παλαιότεροι επαγγελματίες έχουν περάσει από κύκλους σεμιναρίων και διαθέτουν πιστοποιητικά σπουδών, ενώ η δουλειά απαιτεί μεγάλη προσοχή. «Ένα στεγνοκαθαριστήριο έχει να αντιμετωπίσει μια γκάμα υφασμάτων πολλών και διάφορων. Όλα αυτά θέλουν πραγματικά προσοχή, για να μην κάνουν ζημιά», αναφέρει.

Η δυσκολία αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά για τους νέους. «Άλλοι μπήκαν στον χώρο και συνέχισαν, άλλοι αποχώρησαν. Δεν μπορούσαν να συνεχίσουν λόγω των δυσκολιών», λέει. Ωστόσο, προσθέτει ότι όποιος αγαπά τη δουλειά και μαθητεύσει κοντά σε έναν έμπειρο επαγγελματία μπορεί να προχωρήσει. «Θέλει αγάπη αυτό που κάνουμε. Θέληση και αγάπη», σημειώνει.

Η εικόνα της αγοράς έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες. Όπως αναφέρει ο κ. Σαρακατσάνος, τη δεκαετία του ’70 και του ’80 η Θεσσαλονίκη αριθμούσε περίπου 1.200 καθαριστήρια. Σήμερα, στο πολεοδομικό συγκρότημα, εκτιμά ότι λειτουργούν περίπου 150.

«Τότε ο κάθε κύριος και η κάθε κυρία είχαν ένα ταγέρ, ένα επίσημο φόρεμα, ένα κοστούμι, καλά υφάσματα, μάλλινα. Δεν υπήρχε τότε πλυντήριο στο σπίτι σε όλες τις οικογένειες», αναφέρει, εξηγώντας ότι το καθαριστήριο αποτελούσε βασικό κομμάτι της καθημερινότητας.

Σήμερα, ένας από τους βασικούς λόγους μείωσης της δουλειάς είναι η αλλαγή στον τρόπο ένδυσης. «Δεν ντύνεται ο κόσμος όπως προ δεκαετίας. Ντύνεται πολύ απλά», λέει. Όπως παρατηρεί, πλέον κυριαρχούν πιο καθημερινά ρούχα, τζιν και φόρμες. «Το ντύσιμο που κάνανε κάποτε οι Θεσσαλονικείς και πρωτίστως οι κυρίες της Θεσσαλονίκης ήταν πραγματικά προσεγμένο. Αυτά δεν υπάρχουν πια, τελειώσανε», σημειώνει.

Παρά τη μείωση της κίνησης, ο ίδιος επισημαίνει ότι το στεγνοκαθαριστήριο δεν μπορεί να εκλείψει πλήρως, καθώς ο καταναλωτής το χρειάζεται για δύσκολα ρούχα και υφάσματα που δεν μπορούν να καθαριστούν εύκολα στο σπίτι. Η μεγαλύτερη κίνηση καταγράφεται κυρίως στις αλλαγές της σεζόν, την άνοιξη και το φθινόπωρο, όταν οι πολίτες καθαρίζουν μπουφάν, παλτά, παπλώματα και χειμερινά είδη.

Την ίδια ώρα, το κόστος λειτουργίας παραμένει βαρύ. Όπως αναφέρει, ένα μικρό καθαριστήριο, ακόμη και χωρίς προσωπικό, χρειάζεται τουλάχιστον 1.000 με 1.200 ευρώ τον μήνα για να καλύψει βασικά έξοδα. «Είναι ένα ποσό σεβαστό, το οποίο πρέπει να υπάρχει κίνηση», τονίζει, προσθέτοντας ότι περίπου το 90% των επιχειρήσεων του κλάδου είναι ατομικές ή οικογενειακές, χωρίς υπαλλήλους.

Στα βασικά αιτήματα της Ομοσπονδίας βρίσκεται η μείωση του ΦΠΑ. «Δεν θα έπρεπε να είμαστε στο 24%. Ζητάμε το 13%», αναφέρει ο κ. Σαρακατσάνος, χαρακτηρίζοντας το 24% «αβάστακτο». Παράλληλα, ζητά αυστηρότερους ελέγχους στην αγορά και στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όπως λέει, «δεν στηρίζεται η μικρομεσαία επιχείρηση», παρότι κάποτε χαρακτηριζόταν «ραχοκοκαλιά της οικονομίας».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην πανδημία, όταν οι κοινωνικές εκδηλώσεις μηδενίστηκαν. «Δεν είχαμε ούτε εκδηλώσεις, ούτε αρραβώνες, ούτε γάμους, τίποτα. Είχαμε πάει στον πάτο», λέει. Όπως αναφέρει, ο κλάδος είχε ζητήσει η επιστρεπτέα προκαταβολή να γίνει μη επιστρεπτέα, καθώς τα ποσά ήταν μικρά, από 1.000 έως 3.000 ευρώ, ωστόσο «δεν πήραμε καμία απάντηση».

Πρόσθετη πίεση ασκούν και τα καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης με πλυντήρια και στεγνωτήρια. «Μας επηρεάζει αυτό», λέει, καθώς παίρνει μέρος της δουλειάς, από τα απλά ρούχα μέχρι και τα παπλώματα. Για να εντάξει μια μικρή επιχείρηση τέτοιες υπηρεσίες, όπως εξηγεί, χρειάζεται μεγαλύτερο χώρο, άρα μεγαλύτερο ενοίκιο, βαρύ εξοπλισμό και χρηματοδότηση.

Για το μέλλον, ο κ. Σαρακατσάνος εμφανίζεται ιδιαίτερα απαισιόδοξος. «Ο κλάδος θα υπάρχει, γιατί τον έχει ανάγκη ο καταναλωτής», λέει, εκτιμώντας όμως ότι οι επιχειρήσεις θα μειωθούν κι άλλο. «Πενταετία και λίγο στη δεκαετία, θα μείνουν δέκα καθαριστήρια μέσα στην πόλη», αναφέρει. Και όπως καταλήγει, «αυτό με θλίβει, με πονάει. Μιλάτε με έναν άνθρωπο ο οποίος υπηρέτησε τον κλάδο και ακόμη τον υπηρετεί».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γκιουλέκας: Άνοιγμα του ΥΜΑΘ στα Βαλκάνια – «Θέλουν συνεργασία με τα λιμάνια μας»
Ο υφυπουργός Εσωτερικών αναφέρθηκε στις αποστολές που διοργανώνει το ΥΜΑΘ μαζί με ομάδες επιχειρηματιών
Γκιουλέκας: Άνοιγμα του ΥΜΑΘ στα Βαλκάνια – «Θέλουν συνεργασία με τα λιμάνια μας»