Aπό την έντυπη έκδοση του «Ελληνικού Βορρά»
Με σβηστούς λέβητες κινδυνεύουν να μείνουν πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης, καθώς το ενεργειακό κόστος και τα απλήρωτα κοινόχρηστα δυσκολεύουν τη λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης. Οι ιδιοκτήτες στρέφονται σε ατομικές λύσεις, όσοι παραμένουν στο κοινό σύστημα περιορίζουν τις ώρες λειτουργίας και οι διαχειριστές προσπαθούν να καλύψουν τα κενά των ταμείων. Το κλείσιμο των σωμάτων, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως απαλλαγή από τις οικονομικές υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με την Ελένη Ιακωβίδου, διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας έκδοσης κοινοχρήστων και διαχείρισης κτιρίων Συν-Κατοικείν, οι εκτιμήσεις της αγοράς τοποθετούν μόλις στο 10% τις πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης που διατηρούν ενεργή κεντρική θέρμανση, περίπου 9% με φυσικό αέριο και 1% με πετρέλαιο. Όπως διευκρινίζει μιλώντας στον «Ελληνικό Βορρά», επίσημη, ακριβής καταμέτρηση για το σύνολο της πόλης δεν υπάρχει. Η ίδια, πάντως, εκτιμά ότι το ποσοστό αυτό θα μειωθεί περαιτέρω φέτος.
Η υποχώρηση ξεκίνησε, όπως εξηγεί, με την οικονομική κρίση και την κατακόρυφη άνοδο της τιμής του πετρελαίου, που οδήγησαν στην κατάργηση της κεντρικής θέρμανσης σε εκατοντάδες πολυκατοικίες. Σήμερα, οι αποσυνδέσεις διαμερισμάτων εντείνουν την πίεση στους υπόλοιπους.
«Η αυτονόμηση πολλών διαμερισμάτων σε μία πολυκατοικία καθιστά τη λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης ασύμφορη για τους εναπομείναντες, οπότε αναγκάζονται και αυτοί να αυτονομηθούν», σημειώνει.
«Όταν δύο ή τρία διαμερίσματα χρωστούν, η πολυκατοικία κινδυνεύει άμεσα να μείνει χωρίς θέρμανση»
Με βάση τη σαραντάχρονη εμπειρία της, η κ. Ιακωβίδου εκτιμά ότι στις περισσότερες οικοδομές που έχουν απομείνει στο κεντρικό σύστημα η πλειοψηφία των ενοίκων επιλέγει να μην ανάψει τον καυστήρα λόγω αδυναμίας πληρωμής κοινοχρήστων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι οφειλές θέρμανσης, οι οποίες, σύμφωνα με την ίδια, παρουσιάζουν σημαντική αύξηση εξαιτίας του υψηλού ενεργειακού κόστους. Τα παλαιότερα χρέη στερούν από τη διαχείριση τα χρήματα που απαιτούνται για την αγορά πετρελαίου ή την πληρωμή του αερίου.
«Όταν δύο ή τρία διαμερίσματα χρωστούν, η πολυκατοικία κινδυνεύει άμεσα να μείνει χωρίς θέρμανση, αν εξαντληθεί το αποθεματικό της», υπογραμμίζει, προσθέτοντας ότι τα αποθεματικά έχουν επιβαρυνθεί και από τις δαπάνες πιστοποίησης των ανελκυστήρων κατά τα δύο τελευταία χρόνια.
«Ο διαχειριστής δεν έχει το δικαίωμα να διακόψει τη θέρμανση σε ένα συγκεκριμένο διαμέρισμα επειδή ο ένοικος χρωστάει κοινόχρηστα», υπογραμμίζει. Η ίδια εξηγεί ότι η είσπραξη διεκδικείται δικαστικά, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης. Ωστόσο, «οι συνιδιοκτήτες συχνά διστάζουν λόγω των διαπροσωπικών σχέσεων», με αποτέλεσμα, όπως περιγράφει, «να οδηγούνται σε αδιέξοδο και τελικά στην απενεργοποίηση της κεντρικής θέρμανσης».
Κλειστά σώματα δεν σημαίνει μηδενική συμμετοχή
Η κ. Ιακωβίδου επισημαίνει ότι όποιος δεν χρησιμοποιεί την κεντρική θέρμανση, αλλά δεν έχει προχωρήσει σε νόμιμη αποσύνδεση, εξακολουθεί να έχει υποχρεώσεις συμμετοχής στις δαπάνες της. Το απλό κλείσιμο των σωμάτων δεν ισοδυναμεί με αποκοπή από την εγκατάσταση.
Ξεχωρίζει επίσης τις υποχρεώσεις ενοικιαστή και ιδιοκτήτη. Όπως εξηγεί, τον ενοικιαστή επιβαρύνουν τα τακτικά έξοδα λειτουργίας: η κατανάλωση πετρελαίου ή αερίου, το ρεύμα του καυστήρα και η συνήθης συντήρηση. Αντίθετα, τα έκτακτα έξοδα και οι μεγάλες επισκευές βαρύνουν τον ιδιοκτήτη.
Εάν ο ενοικιαστής αφήσει ανεξόφλητα κοινόχρηστα, η ίδια υπογραμμίζει ότι «ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος είναι ο τελικός και αποκλειστικός υπεύθυνος απέναντι στην πολυκατοικία».
Λιγότερες ώρες, διαφορετικές ανάγκες
Στις οικοδομές όπου οι καυστήρες ανάβουν, η εξοικονόμηση περνά από το ωράριο. Σύμφωνα με την κ. Ιακωβίδου, οι περισσότεροι χρήστες επιλέγουν πλέον τρεις έως έξι ώρες ημερησίως, έναντι έως οκτώ ωρών παλαιότερα. Παράλληλα, αναφέρει τεχνικές παρεμβάσεις στο λεβητοστάσιο και υπογραμμίζει τη σημασία της ετήσιας συντήρησης του καυστήρα και της εξαέρωσης των σωμάτων.
Οι ανάγκες διαφοροποιούνται ανά περιοχή. Στην Άνω Πόλη, στις Συκιές, στον Άγιο Παύλο, στο Ασβεστοχώρι και στο Πανόραμα, η ίδια επισημαίνει τις χαμηλότερες θερμοκρασίες λόγω υψομέτρου και έκθεσης στους βόρειους ανέμους. Στο κέντρο, στην Καλαμαριά και στη Νέα Παραλία αναδεικνύει την υγρασία, που εντείνει την αίσθηση του κρύου.
Ακριβή και η ατομική λύση
Η στροφή σε κλιματιστικά, αντλίες θερμότητας και ατομικές συνδέσεις φυσικού αερίου συνοδεύεται από νέο κόστος. Η κ. Ιακωβίδου τοποθετεί τη δαπάνη μετάβασης σε αυτόνομο σύστημα συνήθως μεταξύ 2.000 και 5.000 ευρώ, επισημαίνοντας την επιβάρυνση για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι ιδιοκτήτες αναζητούν, όπως εξηγεί, διέξοδο από το υψηλό και απρόβλεπτο κόστος, αλλά και τη δυνατότητα να επιλέγουν οι ίδιοι πώς θα λειτουργούν τη θέρμανσή τους. Για όσους μένουν πίσω, όμως, η κοινή εγκατάσταση γίνεται δυσκολότερο να συντηρηθεί οικονομικά.
Κατά την εκτίμησή της, η μετάβαση αποτελεί μονόδρομο ειδικά όταν έχει ήδη αποσυνδεθεί το 30% των συνιδιοκτητών. Έτσι, η αρχική επιλογή ορισμένων ιδιοκτητών να αποκτήσουν αυτονομία μπορεί να οδηγήσει και τους υπόλοιπους στην ίδια απόφαση, παρά το κόστος της νέας εγκατάστασης.
«Η λειτουργία ενός μεγάλου κεντρικού συστήματος θέρμανσης, το οποίο έχει σχεδιαστεί για ολόκληρο το κτίριο, θα αποδειχθεί εξαιρετικά ασύμφορη για όσους απέμειναν», τονίζει.