Νέο τεστ «ενέργειας» στο έμβρυο θα βελτιώνει τις πιθανότητες της εξωσωματικής γονιμοποίησης, σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Οι ερευνητές ανέλυσαν τη δραστηριότητα των μικροσκοπικών μιτοχονδρίων σε 111 έμβρυα. Τα δεδομένα, που παρουσιάστηκαν σε συνέδριο, έδειξαν ότι το ποσοστό εγκυμοσύνης πέφτει στο μηδέν όταν η μιτοχονδριακή δραστηριότητα ήταν υψηλή.
Οι εμπειρογνώμονες εξήγησαν ότι τα αποτελέσματα είναι μια συναρπαστική εξέλιξη που μπορεί να ενισχύσει τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Υπάρχει τεράστια προσπάθεια των επιστημόνων για βελτίωση της εξωσωματικής γονιμοποίησης – περίπου μόνο το ένα τρίτο των γυναικών κάτω από την ηλικία των 35 αποκτά ένα μωρό με εξωσωματική.
Μία προσέγγιση είναι η επιλογή του πιο υγιεινού εμβρύου που «γεννήθηκε» από τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης για την εμφύτευση στη μήτρα μιας γυναίκας. Η επιλογή μπορεί να γίνει μετά την επιθεώρηση των εμβρύων ως προς το σωστό σύνολο των χρωμοσωμάτων και τις γενετικές πληροφορίες και από τη μητέρα και τον πατέρα για να αυξηθούν τα ποσοστά επιτυχίας. Αλλά ακόμα και όταν τα έμβρυα φαίνονται φυσιολογικά, πολλές γυναίκες αποτυγχάνουν να κάνουν ένα παιδί.
Η ομάδα της Οξφόρδης έκανε μια μιτοχονδριακή επιθεώρηση και έλεγξε τα επίπεδα του μιτοχονδριακού DNA στα έμβρυα πέντε ημερών. Τα δεδομένα, που παρουσιάστηκαν στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας, έδειξε μόνο 78 από τα 111 έμβρυα εμφυτεύονται με επιτυχία και οδηγούν σε εγκυμοσύνη. Έδειξε επίσης, ότι το 76% των εμβρύων που έδειξαν κανονικά, είχαν φυσιολογικά χρωμοσώματα και κανονική μιτοχονδριακή δραστηριότητα.
Όμως η ανώμαλη δραστηριότητα των μιτοχονδρίων κατέστησε άχρηστα τα έμβρυα για γονιμοποίηση, ακόμη και αν φαινόταν κατά τα άλλα υγιή. Η δρ Ελπίδα Φραγκούλη, μία από τους ερευνητές, είπε στην ιστοσελίδα του BBC News: «Είναι συναρπαστικό, είναι κάτι ενδιαφέρον, κάτι νέο και ελπίζουμε ότι θα είμαστε σε θέση να το χρησιμοποιήσουμε κλινικά».
Ο συνεργάτης ερευνητής καθηγητής Dagan Wells είπε: «Ένας σχετικά μικρός αριθμός των εμβρύων - περίπου το 10% - έχουν αυτό το πρόβλημα, αλλά οτιδήποτε μπορεί να μας βοηθήσει με την επιλογή εμβρύων είναι μια θετική εξέλιξη». Ο ερευνητής ελπίζει σε καλύτερο έλεγχο των εμβρύων που θα γλυτώσουν το συναισθηματικό κόστος στις γυναίκες που περιμένουν να μείνουν έγκυες.
Όμως οι ερευνητές προειδοποιούν ότι αυτό είναι μόνο ένα τεστ και δεν μπορεί να βελτιώσει τα έμβρυα, αν είναι όλα κακής ποιότητας. Το τεστ υπάρχει ήδη στις ΗΠΑ, και η Αρχή Ανθρώπινης Γονιμοποίησης και Εμβρυολογίας, εξετάζει εάν θα πρέπει να επιτραπεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο καθηγητής Nick Macklon, από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, δήλωσε στην ιστοσελίδα του BBC News: «Νομίζω ότι είναι μια συναρπαστική επιστημονική ανάπτυξη, παρέχει γνώση για μια πτυχή της λειτουργίας του εμβρύου που δεν ήμασταν σε θέση να εξετάσουμε πριν. Μπορεί να μας βοηθήσει να επιλέξουμε το καλύτερο έμβρυο, αν και ακόμη είναι νωρίς για να ξέρουμε στα σίγουρα».
*Η Δρ. Ελπίδα Φραγκούλη εργάζεται στο Τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και στο Εργαστήριο Reprogenetics.
Πόσες γυναίκες αποκτούν παιδί με θεραπεία γονιμότητας;
Τρεις στις τέσσερις γυναίκες που ξεκινούν θεραπεία γονιμότητας καταφέρνουν τελικά να αποκτήσουν παιδί εντός πέντε ετών, είτε ως αποτέλεσμα της αγωγής, είτε φυσιολογικά, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη που έγινε στην Δανία που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Human Reproduction.
Η μελέτη αφορά ανάλυση στοιχείων από γεννήσεις που αφορούσαν σχεδόν 20.000 γυναίκες, οι οποίες είχαν υποβληθεί σε θεραπεία γονιμότητας στην Δανία, την περίοδο 2007-2010. Η πλειοψηφία των γυναικών αυτών (57%) απέκτησαν παιδί ως αποτέλεσμα της αγωγής, το 14% συνέλαβε αυθόρμητα χωρίς θεραπεία και πάνω από το 57% γέννησε εντός δύο ετών.
Αναλυτικά, συνολικά 19.884 γυναίκες εντοπίστηκαν και ετέθησαν υπό ιατρική παρακολούθηση για ζώντες γεννήσεις στην διετία, την τριετία και την πενταετία. Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψε ότι, το 57% των γυναικών είχε αποκτήσει παιδί, το 46% με εξωσωματική γονιμοποίηση και το 34% με σπερματέγχυση. Το συνολικό ποσοστό γεννήσεων αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πενταετίας, από 65% μετά από τρία χρόνια σε 71% μετά από πέντε χρόνια. Επίσης, το 16,6% των γυναικών που ξεκινήσει με σπερματέγχυση απέκτησε παιδί τελικά μετά από πέντε χρόνια, όχι ως απόρροια της αγωγής αλλά λόγω αυθόρμητης σύλληψης.
Περαιτέρω ανάλυση αποκάλυψε ότι, η ηλικία ήταν καθοριστική για το αποτέλεσμα. Στην πενταετία, το συνολικό ποσοστό γεννήσεων ήταν 80% στις γυναίκες κάτω των 35 ετών, 60,5% στις γυναίκες 35-40 ετών και 26% σε όσες ήταν 40 ετών και άνω. Να σημειωθεί ότι, η Δανία είναι από τις ελάχιστες χώρες, παγκοσμίως, που θα μπορούσαν να γίνουν τέτοιες μελέτες, καθώς τηρεί αναλυτικά αρχεία γεννήσεων σε σχέση με θεραπείες για την γονιμότητα και άρα τα αποτελέσματα θεωρούνται ασφαλή για προγνώσεις σε πραγματικό χρόνο.
«Μπορούμε πλέον να παράσχουμε στα ζευγάρια μια αξιόπιστη, ηλικιακά στρωματοποιημένη πρόγνωση για το αποτέλεσμα της θεραπείας τους, από την έναρξή της» σχολιάζει η Δρ Σαρα Μαλχαου από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Κοπεγχάγης. Τα βασικά ερωτήματα των ζευγαριών που απευθύνονται σε κλινικές γονιμότητας είναι: ποιες οι πιθανότητες απόκτησης παιδιού και πότε θα συμβεί αυτό.
«Γενικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι οι πιθανότητες απόκτησης παιδιού είναι καλές. Αν και συχνά απαιτούνται αρκετοί κύκλοι θεραπείας, οι πιθανότητες είναι περισσότερες μετά την κατάλληλη αγωγή, χωρίς όμως να αποκλείεται και η αυθόρμητη σύλληψη» υπογραμμίζει η ερευνήτρια.