Μειώνει και τη φλεγμονή και τα συμπτώματα της στο έντερο
Μια νέα θεραπευτική επιλογή έχουν πλέον στη διάθεσή τους γιατροί και ασθενείς ως προς την αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου Crohn. Το μονοκλωνικό αντίσωμα βεδολιζουμάμπη εντάχθηκε στη νέα θετική λίστα των αποζημιούμενων φαρμάκων και προορίζεται για νοσοκομειακή χρήση με ενδοφλέβια έγχυση.
Η Νόσος Crohn μπορεί να προσβάλει το λεπτό και το παχύ έντερο καθώς επίσης και άλλα όργανα του πεπτικού σωλήνα. Η νόσος δεν είναι κολλητική και δεν αποτελεί μορφή καρκίνου. Σε αντίθεση με την ελκώδη κολίτιδα που έχει επιπτώσεις μόνο στο εσωτερικό στρώμα του εντέρου, και προσβάλλει συνήθως όλα τα στρώματα του εντερικού τοιχώματος.
Στην ελκώδη κολίτιδα, φλεγμαίνει το εσωτερικό τοίχωμα του παχέος εντέρου. Η νόσος δεν είναι κολλητική και δεν αποτελεί μορφή καρκίνου. Η ασθένεια δεν έχει επιπτώσεις στο λεπτό έντερο. Μια σοβαρή επιπλοκή της ελκώδους κολίτιδας είναι τοξικό μεγάκολο, όταν δηλαδή τα αέρια μαζεύονται στο κόλον και προκαλούν διόγκωσή του. Η καινοτομία της βεδολιζουμάμπης, έγκειται στο ότι μπορεί να προσφέρει σημαντική ύφεση τόσο σε ασθενείς που χάνουν την ανταπόκρισή τους σε συμβατικές θεραπείες, όσο και σε εκείνους που δεν ανταποκρίνονται ή χάνουν την ανταπόκριση τους σε θεραπείες με αντι-TNFa παράγοντες.
Σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Τζάθα, συντονιστή διευθυντή της Γαστρεντερολογικής Κλινικής του «Τζανείου» Νοσοκομείου, «με την πρόοδο που σημειώθηκε στην κατανόηση και στη γνώση γύρω από τα διαφορετικά στάδια και τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στη φλεγμονώδη εντερική διεργασία, οι επιστήμονες μπόρεσαν να αναπτύξουν για πρώτη φορά μία θεραπευτική στρατηγική η οποία έχει σχεδιαστεί για να ανταγωνίζεται ειδικά την ιντεγκρίνη α4β7».
Η βεδολιζουμάμπη παράγεται βάσει ανασυνδυασμένου DNA, δηλαδή από κύτταρα στα οποία έχει ενσωματωθεί ένα γονίδιο, το οποίο επιτρέπει στα κύτταρα να παράγουν τη βεδολιζουμάμπη. Πρόκειται δηλαδή για ένα εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα, έναν τύπο πρωτεΐνης που έχει σχεδιαστεί ώστε να αναγνωρίζει και να προσκολλάται σε ένα συγκεκριμένο αντιγόνο του οργανισμού, στην α4β7 ιντεγκρίνη.
«Η δυνατότητα της βεδολιζουμάμπης να μπλοκάρει την α4β7 ιντεγκρίνη είναι πολύ σημαντική. Κι αυτό διότι αποτελεί μία πρωτεΐνη που συναντάται κυρίως στην επιφάνεια συγκεκριμένων λευκών αιμοσφαιρίων στο έντερο, προκαλώντας φλεγμονή στο έντερο. Έτσι, αναστέλλοντάς την, η βεδολιζουμάμπη περιορίζει την ικανότητα ορισμένων λευκών αιμοσφαιρίων να διεισδύσουν στους εντερικούς ιστούς, μειώνοντας άρα τη φλεγμονή στο έντερο και τα συμπτώματα των Ιδιοπαθών Φλεγμονωδών Παθήσεων του Εντέρου» εξηγεί ο κ. Τζάθας.