Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέτυχε να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αναγνωριστούν και να απαγορευτούν ουσίες που ενοχοποιούνται για ορμονικές διαταραχές, αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η Κομισιόν έχει τώρα περιθώριο δύο μηνών για να ασκήσει έφεση.
Το δικαστήριο εξέτασε προσφυγή της Σουηδίας για λογαριασμό και άλλων σκανδιναβικών χωρών, υποστηρίζοντας ότι οι διαδικασίες για την αναγνώριση των λεγόμενων «ενδοκρινικών διαταρακτών» - ουσιών που μιμούνται τη δράση φυσικών ορμονών- έχουν ουσιαστικά παγώσει. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναφέρει το δικαστήριο σε ανακοίνωσή του, ήταν υποχρεωμένη να καθορίσει επιστημονικά κριτήρια για την αναγνώριση ενδοκρινικών διαταρακτών μέχρι το Δεκέμβριο του 2013 το αργότερο, κάτι που δεν έχει γίνει ως σήμερα.
Για διαταραχές του ανθρώπινου ενδοκρινικού συστήματος έχουν κατηγορηθεί ουσίες που χρησιμοποιούνται σε πλαστικά, σε τρόφιμα και καλλυντικά, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία. Την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου χαιρέτισαν η κυβέρνηση της Σουηδίας αλλά και η περιβαλλοντική οργάνωση ClientEarth, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω χημικά επηρεάζουν την ανάπτυξη των παιδιών και τη γονιμότητα ανδρών και γυναικών και επιπλέον αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Τα τελευταία 40 έτη παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον για τη μελέτη της επίδρασης που ασκούν οι ενδοκρινικοί διαταράκτες (ΕΔ) στην υγεία του ανθρώπου. Οι ουσίες αυτές βρίσκονται στο περιβάλλον, στα τρόφιμα και τα καταναλωτικά προϊόντα, που χρησιμοποιούνται καθημερινά και σε ευρεία κλίμακα από τον άνθρωπο. Πρόκειται για χημικές ουσίες, φυσικές ή συνθετικές, οι οποίες παρεμβαίνουν στην ομαλή λειτουργία του ενδοκρινικού ορμονικού συστήματος, τόσο των ανθρώπων, όσο και των ζώων και επηρεάζουν τη δράση, τη σύνθεση, το μεταβολισμό και την απέκκριση των ορμονών. Η έκθεση των εμβίων όντων στους ΕΔ μπορεί να λάβει χώρα μέσω του αέρα, του νερού ή του εδάφους και, κατά την εμβρυϊκή ζωή, μέσω του πλακούντα. Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο της γαλουχίας, τα νεογνά και τα βρέφη εκτίθενται στην επίδραση των ΕΔ μέσω του θηλασμού. Πολυάριθμες μελέτες σε ανθρώπους και ζώα δείχνουν την επίπτωση των ΕΔ σε όλα τα στάδια της ζωής, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.
Πάνω από 1.000 ύποπτα προϊόντα
Τον Ιανουάριο του 2013, κοινή μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ σημείωνε πως οι ενδοκρινικοί διαταράκτες αποτελούν «μια παγκόσμια απειλή που απαιτείται να επιλυθεί». Πρόσφατα εκτιμήθηκε πως το ιατρικό κόστος από τις επιπτώσεις τους ανέρχεται σε 157 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο μόνο στην Ε.Ε.!
Μέχρι σήμερα περίπου 1.000 χημικές ουσίες έχουν εντοπιστεί ως πιθανοί διαταράκτες και βρίσκονται σε φυτοφάρμακα, πλαστικά, καλλυντικά, χαλιά, υπολογιστές και δομικά υλικά. Ηδη από το 2006, οπότε υιοθετήθηκε ο ευρωπαϊκός κανονισμός REACH για τα χημικά προϊόντα, είχε εντοπιστεί το πρόβλημα των ενδοκρινικών διαταραχών (ένα από τα μεγάλα κενά του εν λόγω κανονισμού) και είχε τεθεί η ανάγκη αντιμετώπισής του. Το ίδιο συνέβη και το 2009 όταν εκδόθηκε ο κανονισμός για τα φυτοφάρμακα και το 2012 ο κανονισμός για τα βιοκτόνα.
Από το 2009 η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πήρε εντολή να προχωρήσει στον προσδιορισμό τού ποιοι είναι οι ενδοκρινικοί διαταράκτες. Ανέθεσε μελέτη σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, με επικεφαλής τον καθηγητή Αντρέας Κόρτενκαμπ του πανεπιστημίου Μπρουνέλ στο Λονδίνο. Η μελέτη ολοκληρώθηκε και δημοσιεύθηκε το 2012, καθώς το χρονοδιάγραμμα της Επιτροπής έθετε ως στόχο την έγκρισή της μέχρι το τέλος του 2013.
Τότε άρχισαν όμως οι πιέσεις των εκπροσώπων εταιρειών, τις οποίες περιγράφει πρόσφατη έκθεση του Παρατηρητηρίου της Εταιρικής Ευρώπης (Corporate Europe Observatory), με τίτλο «Μια τοξική υπόθεση». Κύριος στόχος, να καθυστερήσει και τελικά να εκτραπεί η πορεία προς τον κανονισμό. Σε πρώτη φάση αντέδρασαν η Γερμανία και η Βρετανία, ενώ ακολούθησαν παρεμβάσεις και από άλλες χώρες. «Υπολογίζεται πως περίπου 20-30.000 εκπρόσωποι εταιρειών παρεμβαίνουν μόνιμα στα κτίρια της Ε.Ε.», σημειώνει το CEO. Από ότι φαίνεται, έπιασαν τόπο οι πιέσεις και οι έρευνες πάνω στους ενδοκρινικούς διαταράκτες πάνε πλέον με… ρυθμούς χελώνας.