Η έλλειψη ύπνου μπορεί να ανοίγει την όρεξη για σνακ που περιέχουν άφθονα λίπη, θερμίδες, ζάχαρη και αλάτι, αναφέρουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Σε μελέτη που πραγματοποίησαν με 14 νεαρούς, υγιείς άνδρες και γυναίκες, διαπίστωσαν πως όσοι κοιμόντουσαν λίγο το βράδυ έτρωγαν πολύ περισσότερα κριτσίνια, γλυκά και μπισκότα απ’ όσο υγιεινά τρόφιμα.
Στην πραγματικότητα, έπειτα από αρκετές νύχτες κακού ύπνου οι εθελοντές επιζητούσαν να τσιμπολογήσουν σνακ που περιείχαν πολύ περισσότερες θερμίδες και σχεδόν διπλάσια λίπη απ’ ό,τι εκείνα που προτιμούσαν έπειτα από μία περίοδο καλού ύπνου. Μάλιστα όταν ήταν κουρασμένοι, αδυνατούσαν να αντισταθούν στα παχυντικά σνακ ακόμα κι αν δεν πεινούσαν, κατά την δρα Έριν Χάνλον, επίκουρη καθηγήτρια στον Τομέα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη & Μεταβολισμού του πανεπιστημίου.
Αιτία γι’ αυτό ως φαίνεται είναι ορισμένες αλλαγές στην χημεία του εγκεφάλου, οι οποίες μας κάνουν να πεινάμε περισσότερο και να αποκομίζουμε περισσότερη ευχαρίστηση από τα γλυκά και τα αλμυρά παχυντικά φαγητά, λένε οι ερευνητές. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν κατ’ επανάληψιν δείξει ότι ο ανεπαρκής ύπνος αυξάνει τον κίνδυνο παχυσαρκίας, αλλά οι αιτίες αυτής της συσχέτισης δεν έχουν αποσαφηνιστεί ακόμα.
Αυτό που ξέρουν οι επιστήμονες είναι ότι η έλλειψη ύπνου διαταράσσει τη λειτουργία των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη και τον κορεσμό της πείνας, αλλά ρόλο πιστεύεται ότι παίζουν και πολλές άλλες βιολογικές διεργασίες.
Αυξημένη η όρεξη κατά 33% χωρίς ύπνο
Όπως γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «Sleep», οι εθελοντές έπρεπε να κοιμούνται επί συγκεκριμένη ώρα κάθε βράδυ και να τρώνε μόνο ό,τι τους προσέφεραν οι ερευνητές. Στο ένα σκέλος της μελέτης η μέση διάρκεια του ύπνου ήταν 7,5 ώρες και στο δεύτερο μόλις 4 ώρες και 11 λεπτά.
Τα κύρια γεύματα και στα δύο σκέλη, ήταν πανομοιότυπα και σερβίρονταν στις 9 το πρωί, στις 2 το μεσημέρι και στις 7 το απόγευμα, ενώ μετά το τέταρτο βράδυ επιτρεπόταν στους εθελοντές να τσιμπολογήσουν ό,τι ήθελαν από μία γκάμα τροφίμων. Όταν κοιμόντουσαν τις τέσσερις ώρες, προτιμούσαν τα παχυντικά φαγητά, ιδίως από το απόγευμα και μετά όταν το τσιμπολόγημα είναι πιθανότερο να οδηγήσει στην αύξηση του σωματικού βάρους.
Επιπλέον ακόμα κι αν είχαν καταναλώσει στο προηγούμενο κύριο γεύμα το 90% των ημερήσιων θερμίδων τους και δεν είχαν περάσει παρά δύο ώρες από αυτό, δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα λαχταριστό σνακ. Το επακόλουθο ήταν να καταναλώνουν τις μέρες που νύσταζαν 300 θερμίδες περισσότερες εξαιτίας του παχυντικού τσιμπολογήματος, απ’ όσες τις ημέρες που ήσαν ξεκούραστοι.
Για να βρουν μία πιθανή εξήγηση για τη διαφορά, οι ερευνητές τους υπέβαλλαν σε αιματολογικές εξετάσεις με τις οποίες μέτρησαν τα επίπεδα διαφόρων ουσιών, όπως οι «ορμόνες της πείνας»: η γκρελίνη που διεγείρει την όρεξη και η λεπτίνη, αλλά και των ενδοκανναβινοειδών. Εξέτασαν επίσης τα επίπεδα μιας ομάδας ουσιών που λέγονται ενδοκανναβινοειδή και, μεταξύ άλλων, παίζουν ρόλο στην ευχαρίστηση που αποκομίζουμε από το φαγητό.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. «Ξέρουμε ότι η ινδική κάνναβη ενεργοποιεί τις ουσίες αυτές και κάνει τους χρήστες της να υπερκαταναλώνουν φαγητό όταν δεν πεινάνε, προτιμώντας κυρίως γλυκά και λιπαρά φαγητά», είπε η δρ Χάνλον. «Έτσι, θέλαμε να δούμε αν η έλλειψη ύπνου προκαλεί την υπερφαγία με έναν ανάλογο μηχανισμό».
Η υπόνοια των ερευνητών ήταν σωστή. Όπως διαπίστωσαν, το ενδοκανναβινοειδές 2-AG, που προκαλεί την ικανοποίηση από τα γλυκά και αλμυρά λιπαρά φαγητά, ήταν αυξημένο τις ημέρες της έλλειψης ύπνου, με τα επίπεδά του να κορυφώνονται στις 2 το μεσημέρι και να μένουν αυξημένα έως το βράδυ.
Στην πραγματικότητα, το μεσημέρι του ελλιπούς ύπνου τα επίπεδα του 2-AG ήταν κατά 33% υψηλότερα απ’ ό,τι τις μέρες του επαρκούς ύπνου και δεν μειώνονταν πριν από τις 9 το βράδυ. Η αύξηση αυτή «μπορεί να αποτελεί το μηχανισμό με τον οποίο τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια ελλιπούς ύπνου οδηγούν στην υπερφαγία, ιδίως με τη μορφή του τσιμπολογήματος, παρά τις ελάχιστες πρόσθετες ενεργειακές (θερμιδικές) ανάγκες του οργανισμού», έγραψαν οι ερευνητές.
Η αϋπνία δεν αυξάνει τη χοληστερίνη
Η αϋπνία δεν αυξάνει τα επίπεδα χοληστερόλης, εκτός από την περίπτωση που κάποιος κάνει συχνή χρηση υπνωτικών χαπιών, σύμφωνα με καναδική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Sleep.
Ερευνητές του Νοσοκομείου «St Michael's» του Τορόντο στον Καναδά, με επικεφαλής τον Δρ Νικόλαο Βοζώρη, απέδειξαν ότι μεταξύ όσων έχουν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης, δεν διαφέρει το ποσοστό εκείνων που πάσχουν από αϋπνία, σε σχέση με όσους κοιμούνται κανονικά. Όμως, όσοι παίρνουν υπνωτικά χάπια έχουν 118% υψηλότερο κίνδυνο υψηλής LDL («κακής») χοληστερόλης.
«Με δεδομένη τη συνεχή αύξηση της χρήσης υπνωτικών χαπιών τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα αυτό πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω, αναλύοντας τις επιπτώσεις κάθε ξεχωριστής κατηγορίας υπνωτικών φαρμάκων. Τα χάπια αυτά μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για εθισμό, για υπερδοσολογία, τροχαία, πτώσεις κ.α.» επισημαίνει ο Δρ Βοζώρης.
Να σημειωθεί επίσης ότι, σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη του Δρ Βοζώρη που είχε δημοσιευθεί το 2014 στο επιστημονικό έντυπο Journal of Clinical Psychiatry, είχε διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην αϋπνία και στην υψηλή αρτηριακή πίεση.
Μια άλλη έρευνα, με επικεφαλής την ενδοκρινολόγο Ένριν Χάνλον του Πανεπιστημίου του Σικάγο, η οποία δημοσιεύθηκε επίσης στο Sleep, επιβεβαίωσε ότι η έλλειψη ύπνου οδηγεί σε κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας φαγητού (συχνά κακής ποιότητας) και σε αύξηση του βάρους. Η μελέτη δείχνει ότι η έλλειψη ύπνου ανοίγει τη όρεξη κυρίως αργά το απόγευμα και το βράδυ. Όπως εξηγούν οι ερευνητές η έλλειψη ύπνου τονώνει την αίσθηση ηδονής και απόλαυσης που παίρνει κανείς όταν τρώει - με συνέπεια να θέλει να φάει παραπάνω.