Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΝΗ, συγγραφέα-ερευνητή
Ρωμαίος ηθικολόγος και ποιητής, γεννήθηκε περί το 4 π.X. και πέθανε το 65 μ.X. Ήταν δευτερότοκος γιός του Σενέκα του ρήτορα και της Ελβίας, γυναίκας με μέτρια μόρφωση, αλλά με μεγάλη ηθικότητα και στοργή. Νεότατος ο Σενέκας οδηγήθηκε από την Cordoba της Ισπανίας, όπου είχε γεννηθεί, στη Ρώμη από μια θεία του, της οποίας ο σύζυγος έγινε αργότερα διοικητής της Αιγύπτου. Η γυναίκα αυτή επιμελήθηκε της ανατροφής και της επισφαλούς υγείας του ανιψιού της και τον διευκόλυνε αργότερα, χάρις στις γνωριμίες της, να σταδιοδρομήσει. Κατ' άλλη εκδοχή, ο πατέρας του τον έφερε στη Ρώμη. Πολύ ενωρίς ο Σενέκας αισθάνθηκε την κλίση του προς τη φιλοσοφία. Ήδη από την εποχή του Κικέρωνα, ο Σέξτος ο Πυθαγόρειος είχε ιδρύσει στη Ρώμη φιλοσοφική σχολή με πυθαγόρειες και στωικές τάσεις και είχε κινήσει το ενδιαφέρον των Ρωμαίων προς τον στωικισμό. Ο Σενέκας παρακολούθησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις στωικές θεωρίες, διδαχθείς ιδίως υπό του Αττάλου, αλλά δεν απέφυγε να γνωρίσει και τις άλλες φιλοσοφικές αιρέσεις, όσες είχαν ηθική ανωτερότητα, όπως τον Πυθαγορισμό και τον Κυνισμό. Με όλη τη θέρμη του χαρακτήρα του και της νεότητάς του τηρούσε τις διδασκαλίες των αιρέσεων αυτών και έφθανε μέχρι και της πλέον αυστηρής πρακτικής εφαρμογής των. Η αυστηρότητα αυτή ανησύχησε τον πατέρα του, ο οποίος εφοβείτο κακές συνέπειες για την υγεία και το μέλλον του γιού του. Οι συμβουλές του πατέρα του συνετέλεσαν ώστε να παραμελήσει κάπως τη φιλοσοφία και να τραπεί προς την ρητορική.
Η τροπή του αυτή όμως είχε τρομερές συνέπειες. Οι απαρχές της νέας σταδιοδρομίας του υπήρξαν λαμπρές. Γρήγορα έγινε ταμίας και δεν άργησε να καταλάβει εξέχουσα θέση μεταξύ των ρητόρων της εποχής του. Αλλά οι επιτυχίες αυτές ήγειραν το φθόνο του αυτοκράτορα Καλιγούλα, ο οποίος σκέφθηκε να τον φονεύσει. Αυτοί που τον περιστοίχιζαν όμως τον συμβούλευσαν να εμπιστευτεί τη φύση, η οποία δεν του επεφύλασσε μακροζωία, δεδομένης της επισφαλούς υγείας του. Πράγματι, ο μεν Καλιγούλας περιορίστηκε σε δριμείες και αρκετά εύστοχες επικρίσεις του ύφους του Σενέκα, ενώ ο τελευταίος αναγκάστηκε για λόγους υγείας να εγκαταλείψει το τόσο κουραστικό επάγγελμα του δικηγόρου στη Ρώμη. Έτσι ο Σενέκας εστράφη εκ νέου προς τη φιλοσοφία σε ηλικία σαράντα περίπου ετών.
Η φιλοσοφική σχολή που ίδρυσε, έγινε πολύ γρήγορα ονομαστή και είλκυσε ό,τι πιο εκλεκτό και επιφανές υπήρχε στη Ρώμη. Σύντομα όμως περιέπεσε σε νέα δυσμένεια, διότι κατηγορήθηκε από τη Μεσσαλίνα για μοιχεία με την Ιουλία Λίβιλλα, αδελφή του Καλιγούλα και εξορίστηκε στην Κορσική από τον Κλαύδιο, όπου παρέμεινε επί οκταετία και πλέον. Ο Σενέκας υπέμεινε κατ’ αρχάς με στωικότητα τις κακουχίες της διαμονής του στο έρημο και ημιάγριο νησί, αλλά γρήγορα αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, και για να βρει ανακούφιση επιδόθηκε στην ποίηση και την επιστήμη. Εκεί έγραψε τη θαυμάσια «Παρηγορία προς την Ελβίαν», την μητέρα του.
Η αντοχή του όμως μειώθηκε βαθμηδόν και έφθασε μέχρι του σημείου να απευθύνει από την εξορία του χαμερπείς κολακείες προς τον Πολύβιο, απελεύθερο του Κλαυδίου, και προς τον ίδιο τον Κλαύδιο, του οποίου εξυμνούσε σε επιγράμματα τις στρατιωτικές επιτυχίες. Η πτώση της Μεσσαλίνας και ο γάμος της Αγριππίνας με τον Κλαύδιο άλλαξαν την τύχη του. Το 49 μ.Χ. ανακλήθηκε από την εξορία. Αηδιασμένος από την πολιτική ζωή, προσπάθησε να καταπνίξει τις φιλοδοξίες του, αλλά οι πειρασμοί ήταν μεγάλοι. Η Αγριππίνα του προσέφερε θέση πραίτορα και παιδαγωγού του γιου της Νέρωνα, ο οποίος ήταν τότε σε ηλικία 11 ετών. Υποχώρησε, με τη δικαιολογία προς τον εαυτό του ότι άξιζε τον κόπο να αναμειχθεί με τα δημόσια, για να οδηγήσει προς την αρετή ένα παιδί, για το οποίο οι σκευωρίες της μητέρας του ετοίμαζαν λαμπρό μέλλον. Εφεξής για δύο πράγματα φρόντιζε ο Σενέκας: για τη στερέωση στο θρόνο του διαδεχθέντος τον Κλαύδιο, Νέρωνα και για την εκδίκηση κατά της μνήμης του αποθανόντος Κλαυδίου. Κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Νέρωνα ο Σενέκας και ο Βούρρος άσκησαν αγαθή επίδραση σ' αυτόν. Όσον όμως μεγάλωνε ο αυτοκράτορας και ξέφευγε από την επιρροή του, τόσον ο φιλόσοφος προέβαινε και σε υποχωρήσεις, αναγκασθείς ακόμη και δικαιολογητική του φόνου της Αγριππίνας επιστολή να συντάξει και να την απευθύνει προς την σύγκλητο. Οι υποχωρήσεις αυτές τον κατέστησαν ισχυρό. Όταν κατηγορήθηκε για τα ήθη του, διότι σε μεγάλη ηλικία είχε συζευχθεί την κατά πολύ νεότερή του Πομπηία Παυλίνα, γυναίκα ωραία και πλούσια, επέτυχε την καταδίκη των κατηγόρων του. Περί το 62 μ.Χ. ο Σενέκας παρεχώρησε όλη του την περιουσία στον Νέρωνα και τον παρεκάλεσε να του επιτρέψει να αποσυρθεί από το δημόσιο βίο. Αλλά ο αυτοκράτορας ούτε την περιουσία του δέχθηκε ούτε την άδεια του παρεχώρησε. Μετά ολίγον ενεπλάκη στην συνωμοσία του Πείσωνος και υποχρεώθηκε από τον Νέρωνα να αυτοκτονήσει. Ο φιλόσοφος άνοιξε τις φλέβας του και πέθανε με καρτερία.
Ό Σενέκας υπήρξε υψηλόφρων, αλλά ασθενής χαρακτήρας. Η διαγωγή του ήταν συχνά αντίθετη προς τον στωικισμό, τον οποίο κήρυσσε. Ενώ έγραφε το εγκώμιο της πτωχείας, συνέλεγε τεράστια πλούτη. Μολονότι δίδασκε ότι τίποτα δεν μπορεί να στερήσει το σοφό από την ευτυχία, μόλις εξορίστηκε μεταχειρίστηκε ανάξιες κολακείες για να επανέλθει. Επί Νέρωνος ταπεινώθηκε ακόμα περισσότερο, αλλά κατά διαστήματα είχε εκδηλώσει ωραίες στιγμές θάρρους και ανδρισμού.
Ο Σενέκας ως φιλόσοφος είναι ένας από τους επιφανέστερους και σημαντικότερους Ρωμαίους στωικούς, ο οποίος δέχθηκε σε μεγάλο βαθμό την επίδραση του Πλάτωνος, των Κυνικών και του Επικούρου. Εν αντιθέσει προς τους παλαιότερους στωικούς, δέχεται παραχωρήσεις προς τις αδυναμίες των ανθρώπων και έχει τη θεωρία ότι οι άνθρωποι είναι κακοί και αδύνατοι και θα μείνουν εσαεί ως τέτοιοι. Η κοσμοθεωρία του είναι καθ’ ολοκληρίαν στωική. Ο Θεός είναι η κοσμική δύναμη, η οποία διαπερνά το παν, η πρώτη αιτία, από την οποία εξαρτώνται όλες οι άλλες. Η θέλησή του είναι ο νόμος όλου του κόσμου. Ο Θεός είναι το πνεύμα του σύμπαντος, ο λόγος, η μοίρα και η πρόνοια. Φέρει εν εαυτώ τα αρχέτυπα των όντων (τις ιδέες), οι οποίες είναι αιώνιες. Ο ανθρώπινος λόγος ή η «ψυχή» είναι μία απόρροια του θείου «πνεύματος», δεσμευμένη μέσα στο σώμα. Η ψυχή είναι αθάνατη και μετά το θάνατο μεταβαίνει στη γαλήνη του θείου όντος.
Η φιλοσοφία είναι «έρως της σοφίας» και είναι αχώριστη από την αρετή, διδάσκει το πράττειν, το δέον γενέσθαι, είναι η τέχνη του ορθώς ζην. Σκοπός της είναι η ηθική. Η αρετή είναι το μοναδικό αγαθό. Η ουσία του ανθρώπου είναι ό ορθός λόγος, διά του οποίου επιτυγχάνει τον προορισμό του και ζει κατά φύσιν. Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα, συγγενείς, μέλη ενός και του αυτού Όλου, και οφείλουν να είναι άνθρωποι ακόμη και προς τους σκλάβους. Ο σοφός είναι εσωτερικά ελεύθερος, ισχυρός και μέγας και ιδιαιτέρως όταν αγωνίζεται κατά του κακού και της δυστυχίας.
Η υψηλή και μεγαλοπρεπής έννοια του Θεού του Σενέκα, ο τονισμός της τάσεως του ανθρώπου προς την αμαρτία, του καθήκοντος προς τον πλησίον, και η εικόνα την οποία δίδει περί της ζωής στο υπερπέραν, καταφανώς επηρεασμένος υπό του Ποσειδωνίου, φανερώνουν τη συγγένεια της φιλοσοφίας του προς τον Χριστιανισμό. Για τον λόγο αυτόν δημιουργήθηκε ο θρύλος περί επικοινωνίας του Σενέκα μετά του Αποστόλου Παύλου. Βέβαιον είναι ότι η συγγένεια της φιλοσοφίας του με τη χριστιανική διδασκαλία συνετέλεσε στο να αναγνωρισθεί ευρύτατα, όπως ο Επίκτητος, και να ασκήσει συνεπώς μεγίστη επίδραση στον κόσμο και ιδίως στους νεωτέρους χρόνους.
Στην φιλοσοφία του Σενέκα, η φιλία κατέχει κεντρική θέση. Παρά τις επιταγές της στωικής επιρροής που δέχθηκε, ότι δηλαδή ο φιλόσοφος είναι αυτάρκης σε όλες τις εκφάνσεις των σχέσεών του και της ζωής του και συνεπώς οφείλει να είναι ευτυχής, αποδεχόμενος κάθε μορφή πόνου και καταδυναστείας που μπορεί να προκαλεί η ηδονή, η απληστία και η κτητικότητα, ο Σενέκας δεν αρκείται να ζει μόνος και να απολαμβάνει, όχι μόνο τις απλές υλικές κατακτήσεις αλλά και τις πνευματικές. Έτσι επιζητεί να τα μοιραστεί όλα αυτά με κάποιον άλλον, με το φίλο.
Η δύναμη και η ανάγκη της φιλίας, βασικές αρχές της Πυθαγόρειας διδασκαλίας, του τρόπου ζωής και της πορείας στις κοινές φιλοσοφικές αναζητήσεις, ενέχει, στη θεώρηση του Σενέκα, την ίδια δυναμική με τον έρωτα και μαζί με αυτόν αποτελούν την αρχή του κόσμου. Η ανάγκη αυτή του φιλοσόφου, φαίνεται να πραγματώνεται στη φιλική του σχέση με τον Λουκίλιο, ο οποίος προσελκύει όλο το ενδιαφέρον του αφού σ' αυτόν απευθύνεται μεγάλος αριθμός επιστολών.
«Μπορώ να σου ονομάσω πολλούς, οι οποίοι στερήθηκαν όχι τους φίλους, αλλά τη φιλία. Ωστόσο αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί, όταν η ψυχή των ανθρώπων οδηγείται στη φιλική σχέση από ίση έφεση και αγάπη της αρετής. Γιατί άραγε κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό; Οι ψυχές γνωρίζουν ότι έχουν τα πάντα κοινά και ιδίως τη δυστυχία. Δεν μπορείς να φανταστείς τί προσκόμματα μου φέρνει η κάθε μέρα.
“Στείλε”, μου γράφεις, “και σε μένα αυτές τις σκέψεις που δοκίμασες τόσο αποτελεσματικά επάνω στον εαυτό σου”. Όμως εγώ επιθυμώ όλα να τα μεταγγίσω στην ψυχή σου και χαίρομαι να μαθαίνω κάτι για να στο διδάσκω. Τίποτε δεν με ευχαριστεί, ακόμη και το καλύτερο ή το ωφελιμότερο, αν είναι να το γνωρίζω μόνον εγώ. Αν ήταν να μου δοθεί η σοφία με τον όρο να την κρατώ κλεισμένη εντός μου και να μην τη μεταδίδω, θα την απαρνιόμουν: κανενός αγαθού πράγματος η απόκτηση δεν είναι γλυκιά χωρίς φίλο με τον οποίο να τη μοιράζεσαι».
Αυτό το μοίρασμα έχει μια υπέρτατη έννοια, μια υπέρτατη εξαγνιστική δύναμη, η οποία συμπαρασύρει στην τελειότητα τις ψυχές, τις αποδεσμεύει από κάθε εφήμερη και ρυπαρή προσκόλληση και ανατείνει μοιραία προς τη θέαση του θείου. Ο φίλος καθίσταται οδηγός, όχι μόνο γήινος αλλά και πνευματικός, αφού η φυσική διάθεση της ψυχής να ομοιάσει με το ανώτερο, με το τέλειο, την οδηγεί στη μίμηση του τρόπου που ζει ο φιλόσοφος.
«Ο Κλεάνθης δεν θα απέδιδε πιστά τη σκέψη του Ζήνωνα, αν τον άκουγε μόνο. Συμμετείχε στη ζωή του, εισέδυε στα βάθη της ψυχής του, τον παρατηρούσε, για να δει αν ζούσε σύμφωνα με όσα δίδασκε. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, και όλοι εκείνοι οι φιλόσοφοι που τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους στη φιλοσοφία, διδάχθηκαν περισσότερα από το παράδειγμα του Σωκράτη παρά από τους λόγους του. Ο Μητρόδωρος, ο Έρμαρχος, ο Πολύαινος έγιναν μεγάλοι άνδρες όχι επειδή ανήκαν στη σχολή του Επίκουρου, αλλά επειδή ανήκαν στη συντροφιά του».
Τέτοιο είναι το αποτέλεσμα της φιλίας, σε αντιδιαστολή με την καταστροφική επίδραση που ασκεί η ανάμειξη με τον όχλο, επίδραση η οποία μεταδίδει όλα τα ελαττώματα του όχλου και αλλοιώνει τα χρηστά ήθη. Ανάμεσα όμως σε όλα αυτά τα μεταδοτικά «νοσήματα», ο φίλος στέκεται προτάσσοντας τα στήθια του με θάρρος, έτοιμος να θυσιασθεί αν χρειαστεί. «Με ρωτάς τί οφείλεις κυρίως να αποφεύγεις. Τον όχλο. Δεν μπορείς ακόμη να τον εμπιστευθείς με ασφάλεια. Εγώ τουλάχιστον θα ομολογήσω την αδυναμία μου: ποτέ δεν επιστρέφω στο σπίτι μου με τον ηθικό χαρακτήρα που είχα όταν βγήκα απ’ αυτό. Κάτι από εκείνα που είχα διευθετήσει μέσα μου ταράχτηκε και κάποιο από εκείνα τα κακά που είχα διώξει ξαναγυρίζει. Ό,τι συμβαίνει με τους αρρώστους, οι οποίοι μετά από μια μακρόχρονη αδυναμία έχουν τόσο εξαντληθεί, ώστε να μην μπορούν να βγουν στον καθαρό αέρα δίχως να αδιαθετήσουν. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς, που οι ψυχές μας αναλαμβάνουν μετά από μακρά ασθένεια.