Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
«Πρωινή Ενημέρωση και Κούλογλου, πρέπει να διδάσκονται στις σχολές δημοσιογραφίας για την διεισδυτικότητα των ερωτήσεών τους», έγραφε ο διευθυντής του γραφείου τύπου του πρωθυπουργού Α. Σαμαρά, Γιώργος Μουρούτης, σχολιάζοντας με αυτόν τον τρόπο την συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα στον Κώστα Αρβανίτη και την Μαριλένα Κατσίμη της ΝΕΤ. Το σχόλιο του Γ. Μουρούτη ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι κρίσεων και αντεγκλήσεων με τον πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών (ΕΣΗΕΑ), Δημήτρη Τρίμη, να του απαντά με ανακοίνωση στην οποία ανέφερε πως «οι συνεχιζόμενες επιθέσεις του Γ. Μουρούτη απέναντι σε δημοσιογράφους της δημόσιας τηλεόρασης αποτελούν ανησυχητικό δείγμα γραφής και προθέσεων», καλώντας παράλληλα τον διευθυντή του γραφείου τύπου του Α. Σαμαρά «να αναλογιστεί την ευθύνη που απορρέει από τις θεσμικές του ιδιότητες».
Απαντώντας στην ανακοίνωση, ο Γ. Μουρούτης έγραψε πως «Αν ξαναγύριζα τον χρόνο πίσω, πάλι τα ίδια θα έγραφα», αλλά και ότι πέραν της ιδιότητάς του, «είμαι φορολογούμενος πολίτης που δικαιούμαι να έχω άποψη, ιδιαίτερα για όσα συντηρώ με τους φόρους μου. Και θεωρώ φασιστική την άποψη ορισμένων “δεν δικαιούσαι να έχεις γνώμη, τώρα που έχεις θεσμικό ρόλο”».
Επειδή, λοιπόν, σε αυτή τη χώρα πρέπει να λέμε και τα προφανή, να επισημάνουμε αρχικά πως ουδείς είναι υπεράνω κριτικής. Έχοντας πει αυτό, δεν θα απασχοληθούμε περαιτέρω με το political correctness που ισχύει κατά το δοκούν. Ας περάσουμε, όμως, στο ζουμί που δεν είναι άλλο απ’ το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημοσιογραφία σε αυτή τη χώρα. Εκεί θα μας βοηθήσουν κάποια παραδείγματα.
Παράδειγμα πρώτο. Η παραίτηση του Νίκου Νικολόπουλου από την υφυπουργεία του υπουργείου Εργασίας με την γνωστή επιστολή περί μη διάθεσης επαναδιαπραγμάτευσης προκάλεσε σάλο όχι για την ουσία της, αλλά για το… παρασκήνιο της. Σενάρια επί σεναρίων κυκλοφόρησαν για την απόφαση του Ν. Νικολόπουλου και κατάφεραν να επισκιάσουν το επίκεντρο των λεγομένων (γραφομένων για να το θέσουμε σωστότερα) του πρώην υφυπουργού. Εφημερίδες, κανάλια και διαδίκτυο αναλώθηκαν σε μια κολοσσιαία αναπαραγωγή πιθανολογιών που ουδέποτε επικυρώθηκαν από επίσημα χείλη. Ασχέτως, λοιπόν, του αν ο κ. Νικολόπουλος είχε ξυπνήσει στραβά, ήθελε την δική του υπουργοποίηση ή ήταν ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο, η πραγματική είδηση, η πολιτική ενέργεια – η οποία ασχέτως κινήτρων δημιουργεί αποτελέσματα – πέρασε στα ψιλά. Για να το πούμε ακόμη σαφέστερα, οι προσωπικοί λόγοι της παραίτησης Ν. Νικολόπουλου δεν αναιρούν τον κώδωνα κινδύνου που έκρουσε ως προς την προεκλογική δέσμευση της τρικομματικής κυβέρνησης για επαναδιαπραγμάτευση υπέρ των εργαζομένων.
Παράδειγμα δεύτερο. Την περασμένη Τετάρτη, ο Ισπανός πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι σπάζοντας κάθε προεκλογική του δέσμευση ανακοίνωνε στον ισπανικό λαό σκληρά μέτρα λιτότητας ύψους 65 δισ. ευρώ λέγοντας χαρακτηριστικά πως «Οι καταχρήσεις του παρελθόντος πληρώνονται σήμερα». Λάβρος εναντίον του ήταν η ισπανική Ελ Παις, λέγοντας πως «η προσαρμογή των 65 δισεκατομμυρίων θα συμβάλει στο να εξασθενήσει περαιτέρω η βραχυπρόθεσμη δραστηριότητα», ενώ η οικονομική εφημερίδα Εξπάνσιον, αναρωτιόταν αν αυτή η υποχρεωτική – εκ Βρυξελλών και Βερολίνου – προσαρμογή «Θα χρησιμεύσει σε κάτι;». «Τα μέτρα όχι μόνο δεν θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, αλλά θα εντείνουν την πτώση του ΑΕΠ», καταλήγει η ισπανική εφημερίδα. Άμεσα κατεδάφισαν τον Ισπανό πρωθυπουργό τα εγχώρια μέσα, αμφισβητώντας ευθέως την πολιτική του. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, μια τέτοια στάση θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί… ανθελληνική. Για να καταλάβουμε την διαφορά της κουλτούρας αξίζει να γυρίσουμε πίσω το χρόνο, πίσω και από το πρώτο Μνημόνιο, όταν όποιος μιλούσε για αναδιάρθρωση του χρέους, πρώτον δεν έβρισκε τηλεοπτικό χρόνο ούτε σε τοπικά κανάλια και δεύτερον χαρακτηριζόταν επικίνδυνος από τους δημοσιογράφους (!) των κυρίαρχων μέσων, ούτε καν τους πολιτικούς. Μετά, βέβαια, η Ελλάδα προχώρησε σε αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά κανείς δεν μας είπε γιατί ήταν επικίνδυνοι αυτοί που το πρότειναν μετ’ επιτάσεως από πιο νωρίς. Πριν την υπογραφή του Μνημονίου δηλαδή.
Παράδειγμα τρίτο, σύντομο. Η τρομολαγνεία των ελληνικών καναλιών, εφημερίδων και opinion makers που οδήγησε στην μαζική εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες της Ελλάδας – μαζί με τις δηλώσεις της νυν κυβέρνησης πως αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρεοκοπήσουμε - πριν τις εκλογές.
Μα, κοροϊδευόμαστε τελείως; O Γ. Μουρούτης είναι τουλάχιστον προκλητικός, προσπαθώντας να μας πείσει πως τα δεινά της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα είναι οι 6 ερωτήσεις σε 42 λεπτά συνέντευξης με τον Α. Τσίπρα. Είναι τουλάχιστον προκλητικός στην προσπάθειά του να χτυπήσει στα δημοκρατικά αντανακλαστικά ενός λαού που ανοίγει κάθε μέρα με τρόμο την τηλεόραση για να δει ειδήσεις, γνωρίζοντας πως θα τον γρονθοκοπήσουν με στερεότυπα δυσβάστακτα, επαχθή και επίπονα. Στην τελική, πολύ λίγο μας ενδιαφέρει κ. Μουρούτη πόσες φορές κάλεσαν τον Α. Σαμαρά στην ΝΕΤ ή αν τον έδειξαν πρώτο ή δεύτερο. Είναι δυνατόν ένας κυβερνητικός αξιωματούχος στην Ελλάδα της κρίσης να ασχολείται με τέτοια πράγματα; Ο ρόλος που έχουν παίξει τα κυρίαρχα μέσα κατά τη διάρκεια αυτής της οικονομικής, ηθικής και πολιτικής κρίσης είναι πλέον γνωστός στο πετσί του Έλληνα πολίτη. Ίσως μάλιστα - στο μακρινό μέλλον - να αποτελεί και την μοναδική ελπίδα για το μέλλον όχι μόνο της δημοσιογραφίας, αλλά και της κοινωνίας.