Ο δημοσιογράφος του Guardian, Ουίλιαμ Λέι, δημοσίευσε τον κωδικό για τα αρχεία, τον οποίο του είχε δώσει ο ιδρυτής του ιστότοπου Wikileaks Γουίλιαμ Άσαντζ για να έχει πρόσβαση στο φάκελο, κάτι που είχε συμβεί και με δημοσιογράφους άλλων μεγάλων διεθνών ΜΜΕ. Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες απόρρητα τηλεγραφήματα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, από το φάκελο του Wikileaks, να κυκλοφορήσουν ανεξέλεγκτα στο Διαδίκτυο χωρίς να έχουν αφαιρεθεί, όπως κάνει το site για να προστατεύσει τους εμπλεκόμενους και τις πηγές του, τα ονόματα αξιωματούχων και στοιχείων.
Ο κωδικός, λέει ο Λέι υπερασπιζόμενος εαυτόν, υποτίθεται πως θα είχε απενεργοποιηθεί εντός ωρών. Τελικά όμως, όπως αποδείχθηκε, ο κωδικός λειτουργούσε και ο φάκελος των αρχείων -που, λόγω της αποκεντρωμένης φύσης του Wikileaks, βρισκόταν μέχρι τότε σε διάφορους server και υπολογιστές- ήταν πλέον προσβάσιμος στην αρχική, πλήρη του μορφή, με όλα τα ονόματα. Ο πόλεμος μεταξύ της Guardian και του Wikileaks συνεχίστηκε με αλληλοκατηγορίες, ενώ πλέον το site του Ασάντζ δημοσίευσε χωρίς καμία επεξεργασία, το σύνολο των διαβαθμισμένων τηλεγραφημάτων του αμερικανικού υπουργείο Εξωτερικών που διαθέτει.
Το σύνολο των 251.287 τηλεγραφημάτων από αμερικανικές πρεσβείες ανά την υφήλιο που είχαν διαρρεύσει στο Wikileaks δημοσιεύτηκαν στην πλατφόρμα του ιστότοπου, χωρίς καμία διαγραφή ονομάτων και στοιχείων προσώπων που εμπλέκονται (όπως ήταν η πάγια πρακτική του Wikileaks για την προστασία των εμπλεκομένων). Τα στελέχη του ιστότοπου έχουν αποφύγει επισήμως να κάνουν δηλώσεις για την απόφασή του Wikileaks. Βάσει όμως των μηνυμάτων τους στο Twitter, σημειώνει το Associated Press, φαίνεται να θεωρούν πως δεν είχαν άλλη επιλογή, μετά το «φιάσκο» της ανεξέλεγκτης διαρροής ολόκληρου του φακέλου.
Οι πέντε μεγάλες ξένες εφημερίδες που συνεργάστηκαν με την ιστοσελίδα για τη δημοσίευση προηγούμενων απόρρητων εγγράφων εξέφρασαν, σε κοινή τους ανακοίνωσή, την «έντονη λύπη» τους για την απόφαση του ιστότοπου, επισημαίνοντας πως οι πηγές των διαρροών μπαίνουν έτσι σε σοβαρό κίνδυνο. Οι New York Times, η Guardian η Le Monde, το Spiegel, και η El Pais στην ανακοίνωσή τους ανέφεραν πως «δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την αναίτια δημοσίευση όλων των τηλεγραφημάτων -και για την ακρίβεια, την καταδικάζουμε από κοινού».