Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Απαρατήρητα πέρασαν διεθνώς τα αποκαλυπτικά στοιχεία της αναδιάρθρωσης που υφίσταται την τελευταία δεκαετία η γερμανική κοινωνία. Έκθεση για τη φτώχεια και τον πλούτο στη χώρα, την οποία παρουσίασε προ ημερών η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, αναφέρει πως κατά την περίοδο 1992 με 2012 η περιουσία του κράτους μειώθηκε κατά 800 δισ. ευρώ, ενώ ο ιδιωτικός πλούτος κάλπαζε από 4,6 τρισ. ευρώ στα 10. Αυτή η αύξηση δεν επηρεάστηκε από την οικονομική κρίση. Τουναντίον. Το 25% του πλούτου, ήτοι 1,4 τρισ., δημιουργήθηκε κατά την περίοδο 2007 με 2012, δηλαδή στην καρδιά της κρίσης που ξεκίνησε με την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς και εξελίχτηκε σε κρίση χρέους, κυρίως, στον ευρωπαϊκό νότο.
Πέρα από τη δημιουργία πλούτου, όμως, οι αριθμοί αποκαλύπτουν και τη συγκέντρωσή του. Μέσα σε μία περίοδο δέκα μόλις ετών, το 10% του πληθυσμού εκτόξευσε την περιουσία του επί του συνολικού πλούτου της χώρας κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες. Από 45% εν έτει 1998, έφτασε να κατέχει το 53% το 2008! Όπως αναφέρεται στην έκθεση, το ποσοστό συνεχίζει να ανεβαίνει, την ίδια ώρα που στο 50% των χαμηλότερων εισοδημάτων απομένει μόλις το 1% της συνολικής καθαρής περιουσίας. Η τετραετής έκθεση καταγράφει, επίσης, τις μισθολογικές ανισότητες. Την στιγμή που τα ανώτερα και ανώτατα εισοδήματα αυξάνονται, το 40% των μόνιμα απασχολούμενων έχει υποστεί δραστικές περικοπές στους μισθούς.
«Αυτή η μισθολογική εξέλιξη πλήττει το αίσθημα δικαίου του πληθυσμού», προειδοποιούν οι συγγραφείς της έκθεσης, οι οποίοι καταθέτουν με νούμερα τις ταξικές ανισότητες της δημιουργίας της ατμομηχανής της Ευρώπης. Όταν ο Σοσιαλιστής Καγκελάριος Γκέρχαρτ Σρέντερ εισήγαγε το μεγαλύτερο πρόγραμμα μεταρρύθμισης που έλαβε χώρα στην ιστορία της Γερμανίας μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εν έτει 2003, μπορεί να οδήγησε στην ακμή της γερμανικής βιομηχανίας εξαγωγών, όμως, παράλληλα, πάγωνε τους μισθούς για μία δεκαετία, έριχνε χιλιάδες ανθρώπους σε μισθούς των 400 ευρώ και στη μερική απασχόληση. Η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ έχει παραδεχτεί πως εκεί στηριζόταν το γερμανικό θαύμα. Προ μηνών, είχε αποδώσει τα εύσημα στον πρώην καγκελάριο Σρέντερ για το «κουράγιο και την αποφασιστικότητά του» στην ευθυγράμμιση του κοινωνικού κράτους με ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Για να επιστρέψουμε στο σήμερα όμως, το ζήτημα της συγκέντρωσης πλούτου -για το οποίο χρησιμοποιούμε σαν παράδειγμα τη Γερμανία- αφορά, στη βάση του, τη συζήτηση που έχει ανοίξει για τα καλά ανά την Ευρώπη: τη σχέση του καπιταλισμού και της δημοκρατίας. Η κρίση έχει δράσει αποκαλυπτικά. «Για πρώτη φορά στην Ιστορία του καπιταλισμού μία κρίση που προκλήθηκε από τον πλέον αναπτυγμένο τομέα, τις τράπεζες, μπορούσε να λυθεί μονάχα με τις κυβερνήσεις να αναγκάζουν τους πολίτες, με την ιδιότητά τους ως φορολογούμενοι, να πληρώσουν τις ζημιές», έγραφαν προ μηνός ο φιλόσοφος Γούργκεν Χάμπερμας, ο οικονομολόγος και σύμβουλος της καγκελαρίας Πίτερ Μπόφινγκερ και ο Τζούλιαν Νίντα-Ρούμελιν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ας μην γελιόμαστε, πώς αλλιώς θα αυξανόταν ο ιδιωτικός πλούτος αν δεν κρατικοποιούνταν (ή αλλιώς… πασάρονταν στα «κάτω») οι ζημιές του τραπεζικού συστήματος;
«Ήδη έχει προχωρήσει εξαιρετικά η μετατροπή της δημοκρατίας των πολιτών -χρισμένη πάνω στην ιδέα του κοινωνικού κράτους- σε μία ψευδεπίγραφη δημοκρατία που κυβερνάται από τους κανόνες των αγορών», λένε οι τρεις Γερμανοί. Απόλυτα δοσμένες είναι οι κυβερνήσεις της Ευρώπης στη μέχρις εσχάτων υπεράσπιση των συμφερόντων του χρηματοοικονομικού συστήματος. Κανένα δισταγμό δεν δείχνουν, μάλιστα, ούτε για το πολιτικό κόστος. Στην Ελλάδα και οι τελευταίες τρεις τελευταίες κυβερνήσεις -με κορυφαία τη σημερινή του Α. Σαμαρά- έκοψαν κάθε κοινωνική συμμαχία που είχαν. Από τους στρατιωτικούς και τους δικαστικούς μέχρι τους γιατρούς και τους συνταξιούχους, όλοι ανεξαιρέτως μπήκαν στον Προκρούστη των μέτρων. Παράλληλα, όλος ο ελληνικός λαός θα ζήσει με το σπιράλ της αποσύνθεσης υγείας και παιδείας, αλλά και τη νέα φοροεπιδρομή που έρχεται. Ταχύτατα καταρρέει με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός ιστός.